NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΡ. ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ


Ο «αναδρομάρης» της Αττικής
Ιστορικός, λογοτέχνης, λαογράφος, δημοσιογράφος, φυσιολάτρης, ακαδημαϊκός, αλλά πάνω απ' όλα «αναδρομάρης», ο Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου άφησε πίσω του δεκάδες βιβλίων και εκατοντάδες άρθρων, όλα διαποτισμένα από το ίδιο πάθος για την αναζήτηση ενός χαμένου και ξεχασμένου παρελθόντος. Πατέρας του ήταν ο Γρηγόριος Καμπούρογλου, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη και δημοσιογράφος στο επάγγελμα.
Στο πατρικό του, συχνάζουν αρκετοί αγωνιστές της Επανάστασης που αφηγούνται αμέτρητες ιστορίες και κατορθώματα των παρελθόντων ετών. Ετσι, μεγαλώνοντας, αναπτύσσει ζωηρό ενδιαφέρον γύρω από οτιδήποτε είχε σχέση με την παλιά Αθήνα και την Αττική. Λόγω, όμως, της έλλειψης συναναστροφής με συνομηλίκους του, διαμόρφωσε ένα μοναχικό χαρακτήρα. Οπως σημειώνει ο
ίδιος στα «Απομνημονεύματά» του: «Ούτε ένα παιδάκι δεν ενθυμούμαι να εγνώρισα εις την μικράν μου ηλικίαν. Επαιζα μόνος μου, αλλά και όλοι του σπιτιού, συγγενείς και φίλοι και οι της υπηρεσίας, με την μητέρα μου επί κεφαλής, έκαναν ό,τι ημπορούσαν διά να με διασκεδάσουν».
Το 1871 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ομως, η ενασχόληση με τις δικαστικές υποθέσεις δεν ταίριαζε με τα ενδιαφέροντα. Ο Καμπούρογλου αφιερώνει τον ελεύθερό του χρόνο στη μελέτη του χαμένου παρελθόντος της Αθήνας και της Αττικής. Με μεθοδικότητα, υπομονή και επιμονή, συλλέγει κάθε πληροφορία, ανατρέχει σε κάθε πηγή, αφιερώνεται στην προσεκτική παρατήρηση του κάθε μνημείου. Το 1889 εκδίδει τον πρώτο από τους τρεις τόμους της «Ιστορίας των Αθηναίων», ενώ το 1890 κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος από το, επίσης τρίτομο, έργο του «Μνημεία της Ιστορίας των Αθηναίων». Με τις μελέτες του αυτές, μέσα από πληθώρα χαμένων και άγνωστων έως τότε πηγών, ο Καμπούρογλου φέρνει στην επιφάνεια έναν θησαυρό από αφηγήσεις περιηγητών, ημερολόγια, χρονικά, έγγραφα, σχεδιαγράμματα, απεικονίσεις κτιρίων, λαογραφικά στοιχεία, για την Αθήνα της τουρκοκρατίας, αλλά και των μεσαιωνικών χρόνων.
Ειχαν βέβαια προηγηθεί, από το 1873, λογοτεχνικά του δοκίμια, θεατρικά έργα, ποιήματα και διηγήματα, μερικά εκ των οποίων είχαν αποσπάσει επαίνους και βραβεία. Κάποιες φράσεις, μάλιστα, από τα κείμενά του επιβιώνουν ως αποφθέγματα και στις μέρες μας, με τη γνωστή, π.χ., παροιμιώδη φράση «δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα» να έχει προέλθει από το ποίημά του «Ονομαχία»:
«Δυό γάδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα
δίνουν κλωτσαίς συχναίς πυκναίς,
χαλούν τον κόσμο απ' τις φωνές
δαγκάνει ένας τ' αλλουνού τ' αυτιά και τη σαγόνα.
"Ποιός σούδωσε την άδεια 'δω μέσα να πατήσης;"
φωνάζει ο μαυριδερός.
Και απαντά ο σταχτερός:
"Και συ με τι δικαίωμα ήρθες να με συγχύσης;"
Κι ενώ μπροστά τους είχανε πίτουρα και κριθάρι
άχυρο, βύκο και σανό,
στήσαν καυγά αληθινό
και δεν τολμά κανείς τους ούτε μεζέ να πάρη.
Κι απ' τον πολύ τον θόρυβο κι ο νοικοκύρης φτάνει,
κρατάει ρόπαλο γερό,
χωρίς να χάσει δε καιρό
τα δυο πλευρά τους μαλακά σαν την κοιλιά τους κάνει.
Τους φίλιωσε η δυστυχία, η πίκρα, το φαρμάκι,
ένας τον άλλον χαιρετά
λένε πως ήσαν χωρατά
κ' επήραν τον κατήφορο και τρώνε θυμαράκι».
Το 1891, βρίσκει την ευκαιρία και ξεφεύγει από την αδιάφορη γι' αυτόν δικηγορία και προσλαμβάνεται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, ενώ τον επόμενο χρόνο διορίζεται επιμελητής των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Στη θέση αυτή παραμένει μέχρι το 1904, οπότε προάγεται σε διευθυντή. Ακολουθεί ένας καταιγισμός από νέες μελέτες και εργασίες, ιστορικού κυρίως, αλλά και λογοτεχνικού περιεχομένου. Ανέκδοτα έως τότε αρχεία, απομνημονεύματα, τοπωνυμικές αναλύσεις, λαογραφικά, βιογραφίες και ιστορικές μελέτες, εκδίδονται από τον Καμπούρογλου τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα με τις ιστορικές του μελέτες, εκδίδει και πλήθος λογοτεχνικών κειμένων, όπως τα «Αθηναϊκά διηγήματα», «Αι Αθήναι που φεύγουν», «Μύθοι και διάλογοι», «Αττικοί έρωτες», «Θρύψαλα», που αποτελούσαν συλλογή αποφθεγμάτων που διακρίνονται για το χιούμορ και την ευστοχία τους.
Τα κείμενά του τα υπογράφει συχνά με διάφορα φιλολογικά ψευδώνυμα όπως: «Αναδρομάρης», «Απολλινάριος», «Δήμος Κάππας», «Ονούφριος», «Γαύρος Ορνίθης», «Παμπάλαιος», κ.ά. Αρθρογραφεί και σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, ενώ ήδη από το 1884 έως το 1887 είχε διευθύνει την έκδοση της εφημερίδας του πατέρα του «Εβδομάς», λογοτεχνικού και λαογραφικού περιεχομένου.
Τα χρόνια περνούν, και το 1917, με την άρση τότε της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, ο Καμπούρογλου παύεται από διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Η αποπομπή του αυτή τον απογοήτευσε. Ομως, δεν το βαζει κάτω. Γνήσιος φυσιολάτρης, οργώνει την Αττική με πεζοπορικές και ορειβατικές εξορμήσεις. Εξακολουθεί να ασχολείται με τις μελέτες του, εκδίδοντας τα «Τοπωνυμικά παράδοξα (1920)», το «Αθηναϊκόν αρχοντολόγιον (1921)», το «Μελέται και έρευναι (1923-1926)», κ.ά.
Το 1927, θα έρθει η μεγάλη αναγνώριση του έργου του. Γίνεται ο πρώτος δι' εκλογής ακαδημαϊκός. Ο ίδιος, σεμνός και με την καρδιά μικρού παιδιού, ως τα βαθιά του γεράματα, δήλωσε: «Εκατέβηκα τα σκαλιά της Βιβλιοθήκης για ν' ανεβώ εκείνα της Ακαδημίας». Το 1934 και 1935 διατελεί πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρίσκει σε προχωρημένη πια ηλικία. Εύχεται, όμως, να ήταν και αυτός σε θέση να πολεμήσει. Σε γράμμα του στο μέτωπο της Αλβανίας, με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 1940, γράφει: «Με χαράν και υπερηφάνειαν παρακολουθώ την δοξασμένην δράσιν σας λυπούμαι δε ότι το γήρας μου δεν μου επιτρέπει να αυξήσω κατά ένα τους προμάχους της Μεγάλης μας Πατρίδος». Σε άλλο γράμμα προτρέπει συμβολικά: «Κτυπάτε τους Πέρσας! Είναι το ωραιότερον και εθνικότερον κυνήγι».
Οι μέρες της Γερμανο-Ιταλικής κατοχής τον γεμίζουν πικρία. Αυτός που είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να αναδείξει το ψυχικό σθένος του υπόδουλου Ελληνισμού μέσα στους πέτρινους αιώνες της τουρκοκρατίας, τώρα, στα γεράματα, ζούσε την κατοχή της Πατρίδας του από ένα νέο δυνάστη.
Το περιστατικό, που ακολουθεί, αναφέρεται από τον ιστορικό συγγραφέα Τάκη Λάππα σε τεύχος του περιοδικού «Φυσιολάτρης» του 1952, αφιερωμένο στα «εκατό χρόνια του Καμπούρογλου»: «Τον πρώτο καιρό της κατοχής, λοιπόν, οι Ιταλοί, επιδιώκοντας να κατευνάσουν την αντίδραση των Ελλήνων μέσα από άρθρα του προπαγανδιστικού τους περιοδικού "Κουατρίβιο", αποζητούσαν τη συνεργασία διαλεχτών Ελλήνων συγγραφέων για τη συγγραφή σχετικών άρθρων. Μερικοί συνεργάστηκαν. Κάποια στιγμή έφτασαν και στον Καμπούρογλου, που δέχτηκε ένα τηλεφώνημα με το οποίο του ανακοινωνόταν ότι την επόμενη ημέρα θα δεχόταν επίσκεψη από έναν Ιταλό αξιωματικό με το διερμηνέα του. Πράγματι, την επομένη το κουδούνι του σπιτιού του χτύπησε την προκαθορισμένη ώρα και ο Καμπούρογλου υποδέχτηκε τους δύο επισκέπτες φορώντας μαύρα ρούχα. Ο Ιταλός αξιωματικός τού ζήτησε τη συγγραφή ενός άρθρου που θα φανέρωνε την επίδραση του ιταλικού πολιτισμού στην Ελλάδα, ή θα γινόταν εκτεταμένη αναφορά στη «βαθιά και μακραίωνη Ελληνο-Ιταλική φιλία», μην παραλείποντας να τονίσει ότι σαν ανταμοιβή τον περίμενε μια σεβαστή ποσότητα τροφίμων. Ο Καμπούρογλου ζήτησε από το διερμηνέα να μεταφέρει στον αξιωματικό ότι είχε από καιρό σταματήσει να γράφει, όμως ο αξιωματικός επέμενε. Τότε ο ιστορικός της Αθήνας, παίρνοντας ένα βαθυστόχαστο ύφος, έκανε τάχα πως σκεφτόταν και ξαφνικά είπε:
«Α, να κάτι θυμήθηκα. Εχω γράψει κάτι και εγώ για τους Ιταλούς. Αν σας κάνει, ευχαρίστως να το δημοσιεύσετε».
Χαρούμενος ο διερμηνέας, μετέφραζε στον αξιωματικό. Και ο Καμπούρογλου συνέχισε:
«Θα σας δώσω ένα πολύ ωραίο κομμάτι. Ο τίτλος του είναι: "Πώς ο Μοροζίνης ανετίναξε τον Παρθενώνα» (πολιορκία της Αθήνας από τους Ενετούς - κανονιοβολισμός και καταστροφή από τους Ενετούς στις 26/9/1687 του μεσαίου τμήματος του Παρθενώνα, τον οποίο οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε πυριτιδαποθήκη).
Αποσβολωμένος ο διερμηνέας δίσταζε να συνεχίσει τη μετάφραση. Αλλά ο Καμπούρογλου, με έντεχνα χαρωπό ύφος, του έδινε θάρρος:
«Μεταφράσατε σας παρακαλώ εις τον κύριο αξιωματικό τον τίτλον του άρθρου μου. Είναι αρκετά ενδιαφέρον».
Δαγκωμένος ο Ιταλός αξιωματικός μετά την απάντηση αυτή, έφυγε χωρίς να πει κουβέντα και δεν ξαναπάτησε ποτέ στο σπίτι του Καμπούρογλου.
Δεν πρόλαβε να δει τον τόπο που τόσο είχε αγαπήσει ελεύθερο ξανά. Εφυγε ήσυχα ένα χειμωνιάτικο πρωινό 21 Φεβρουαρίου 1942.
(σ.σ. Τα στοιχεία προέρχονται από τη βιογραφία του με τίτλο «Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, ο αναδρομάρης της Αττικής και της Αθήνας», του Δημητρίου Αλ. Γέροντα).