NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ετοιμάζεται για αγοραία «αξιοποίηση»
Πώς ο δικομματισμός προετοίμασε το έδαφος για το «ενδιαφέρον» των ιδιωτών προς το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα του κόσμου
Αποψη του εσωτερικού
Στο «στόχαστρο» της «αγοράς» φαίνεται πως βρίσκεται ήδη το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το μεγαλύτερο της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα του κόσμου, αφού στις πλούσιες συλλογές του φυλάσσονται και εκτίθενται χιλιάδες αντικείμενα από την προϊστορική εποχή μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Αυτή η «κιβωτός» της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, που στεγάζεται στο επιβλητικό, νεοκλασικό αρχιτεκτονικό στολίδι του Τσίλερ, υφίσταται εδώ και χρόνια μια συνειδητή και κλιμακούμενη διαδικασία απαξίωσης από το αστικό κράτος, η οποία πέρασε σε νέο «στάδιο» με τα εγκαίνια του νέου Μουσείου Ακρόπολης πριν δύο χρόνια, οπότε το Εθνικό «πέρασε», ουσιαστικά, σε
μια ιδιότυπη αφάνεια (Σημ. 1). Λέμε «ιδιότυπη» διότι αποτελεί παλιά πρακτική του αστικού κράτους να απαξιώνει πρώτα στα μάτια του λαού ένα δημόσιο φορέα, έτσι ώστε αυτός να ξεπουληθεί χωρίς πολλές αντιδράσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή του Εθνικού, αυτή η τακτική απαξίωσης που εφαρμόστηκε με συνέπεια και συνέχεια από τις κυβερνήσεις του δικομματισμού, υπακούει πλήρως στο στρατηγικό στόχο του κεφαλαίου για πλήρη εμπορευματοποίηση του πολιτισμού. Στόχος ο οποίος, σε ό,τι αφορά στην πολιτιστική κληρονομιά, επιχειρείται να επιτευχθεί καταρχήν μέσα από την καπιταλιστική διαχείριση των κρατικών μουσείων, τα οποία εκλαμβάνονται πλέον ως οικονομικά «φιλέτα» για το κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του.
Βαθιά ιδεολογικό ζήτημα

Εργασίες συντήρησης του κτιρίου το 2004
Ετσι, μόνο «τυχαία» δεν είναι η «ζύμωση» που επιχειρείται μέσω των αστικών ΜΜΕ γύρω από το Εθνικό και η οποία βασίζεται στις «αθώες» συγκρίσεις του με το νέο Μουσείο Ακρόπολης. Το οποίο «πλασάρεται» σαν «επιτυχημένο» «μοντέλο» λειτουργίας, σε αντίθεση με το «δυσκίνητο» Εθνικό Αρχαιολογικό. Αυτή η αντιδραστική ιδεολογική «εξίσωση» επιβεβαιώνει τις διαπιστώσεις του ΚΚΕ για το νέο Μουσείο Ακρόπολης. Στην ανακοίνωσή του με αφορμή τα εγκαίνιά του πριν δύο χρόνια το ΚΚΕ σημείωνε:
«Εγκαίνια στην επιχειρηματική λειτουργία ακόμη και των αρχαιολογικών μουσείων, με στόχο την ολοσχερή εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς σηματοδοτούν οι λαμπερές εκδηλώσεις για την έναρξη λειτουργίας του νέου μουσείου της Ακρόπολης.
Το ΚΚΕ, ακόμη μια φορά, καταγγέλλει ότι το νέο μουσείο, εκτός από κτίριο - χοάνη που καταπίνει όλους τους ελεύθερους χώρους καθώς και την αρχαία και νεότερη ιστορική και αρχιτεκτονική μνήμη από την ευρύτερη περιοχή, αποτελεί τον πολιορκητικό κριό για την επιβολή των νόμων του κέρδους στη λειτουργία των κρατικών μουσείων και την παράδοσή τους σταδιακά στην "ιδιωτική εκμετάλλευση". Πρόκειται για την ίδια πολιτική, που, σύμφωνα με τη στρατηγική της ΕΕ, παραδίδει κομμάτι κομμάτι τους βασικούς τομείς του πολιτισμού βορά στο κεφάλαιο, όπως έγινε με το Μέγαρο Μουσικής του ιδρύματος Λαμπράκη, τη Λυρική Σκηνή και την Εθνική Βιβλιοθήκη που πρόσφατα εκχωρήθηκαν στο ίδρυμα Νιάρχου κ.ά.


Eurokinissi
Το μουσείο της Ακρόπολης, σύμφωνα με τον κυβερνητικό νόμο 3711/08 - συνέχεια των θεσμικών ρυθμίσεων του ΠΑΣΟΚ - αποτελεί το πρώτο κρατικό μουσείο που, στο όνομα της "ευελιξίας" και της "αποκέντρωσης", αποκόπτεται από την επιστημονική φροντίδα και έλεγχο της κεντρικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, για να παραδοθεί στους "μάνατζερς" και τους "χορηγούς". Στόχος είναι οι θησαυροί του μουσείου,
από ανεκτίμητο ιστορικό και μορφωτικό εργαλείο για το λαό και προπαντός τους νέους ανθρώπους, να χρησιμοποιηθούν σαν "κράχτης" για την προσέλκυση τουριστών - πελατών στις διάφορες προσοδοφόρες εμπορικές δραστηριότητες (εστιατόρια, καφετερίες, καταστήματα, ποικίλες "πολιτιστικές" και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις κλπ.) που θα συμβιώνουν με τις αρχαιότητες και θα αποτελούν τελικά την κύρια αποστολή του μουσείου. Οσο οι ανάγκες της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των μονοπωλίων του τουρισμού και της διασκέδασης θα εξακολουθούν να ρυθμίζουν την πολιτιστική πραγματικότητα και τις σχέσεις μεταξύ των κρατών της ΕΕ, οι κινήσεις για τον επαναπατρισμό των μαρμάρων της Ζωφόρου του Παρθενώνα θα μένουν άκαρπες και οι σχετικές κυβερνητικές υποσχέσεις θα αποδεικνύονται ανέξοδοι λεονταρισμοί.
Στην υπόθεση του μουσείου της Ακρόπολης συγκρούονται και πάλι δύο πολιτικές: Η μία θεωρεί τον πολιτισμό χρυσοφόρο κέρας για το τουριστικό κεφάλαιο και τη βιομηχανία του θεάματος κλεισμένο σε αστραφτερά κέντρα με πανάκριβες υπηρεσίες για λίγους. Η άλλη επιδιώκει ο πολιτισμός να γίνει κτήμα των πολλών, που τον διαφύλαξαν, τον ανέπτυξαν και εξακολουθούν με το μόχθο τους να τον δημιουργούν. Ο λαός έχει έναν ακόμη λόγο να συνταχθεί δραστήρια με τη δεύτερη πολιτική, στον αγώνα για την ελεύθερη πρόσβαση όλων στα μουσεία, που πρέπει να μετατραπούν σε κοινωνική ιδιοκτησία στο έδαφος της φιλολαϊκής ανάπτυξης του πολιτισμού, στις συνθήκες της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας».

Οι αρχαιολόγοι, επίσης, θεωρούσαν ήδη από το 2008, με την εμφάνιση του νομοσχεδίου για το Νέο Μουσείο Ακρόπολης (ΝΜΑ), ότι επανέρχεται ουσιαστικά η «σαλαμοποίηση» του κρατικού / δημόσιου χαρακτήρα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, αφού, μέσω του καθεστώτος του ΝΠΔΔ που έχει το ΝΜΑ, αυτό «περνά» από τη δημόσια διαχείριση στην «γκρίζα ζώνη» του δημόσιου τομέα και στο όνομα της δήθεν οικονομικής και διοικητικής «αυτοτέλειας».
Πρόσφατα (αρχές Ιούνη), ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων με αφορμή την άσχημη κατάσταση στα μουσεία διαπίστωνε, μεταξύ άλλων: «Η απαξίωση των δημόσιων μουσείων δεν είναι τυχαία, ούτε εξαρτάται μόνο από την "έλλειψη κονδυλίων" σε περίοδο κρίσης, όπως παρουσιάζεται (...) Πρόκειται για συνειδητές επιλογές, που σχετίζονται με την προσπάθεια τα δημόσια μουσεία να απαξιωθούν στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να περάσει πιο εύκολα η μετατροπή τους σε νομικά πρόσωπα με ΔΣ διορισμένα από τον εκάστοτε υπουργό (όπως στο νέο Μουσείο Ακρόπολης), η ιδιωτικοποίηση κάποιων λειτουργιών τους και η απόλυση εργαζομένων από αυτά (...)».
«Είμαστε στη διάθεσή σας»...
Παραθέσαμε ολόκληρη την ανακοίνωση του ΚΚΕ και θυμίσαμε τις αντιδράσεις των αρχαιολόγων γιατί αναδεικνύουν την ουσία της επίθεσης που δέχεται σήμερα ο δημόσιος χαρακτήρας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, αλλά και όλων των κρατικών μουσείων. Το οποίο, πρέπει να σημειωθεί, αν και έχει το καθεστώς του κρατικού μουσείου, με τον ισχύοντα Οργανισμό του υπουργείου Πολιτισμού (επί υπουργίας Βενιζέλου στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας) μετατράπηκε σε «ειδική περιφερειακή μονάδα» του υπουργείου Πολιτισμού μαζί με μερικά ακόμη μεγάλα κρατικά μουσεία. Στόχος ήταν εξαρχής η αυτονόμηση των μεγάλων κρατικών μουσείων από την Αρχαιολογική Υπηρεσία για να παραδοθούν προοπτικά στο κεφάλαιο.
Διαμαρτυρία συμβασιούχων του ΥΠΠΟ έξω από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το 2008

Eurokinissi
Τη «σκυτάλη» πήρε το 2005 η ΝΔ, η οποία (με υπουργό τον Π. Τατούλη στο ΥΠΠΟ) επιχείρησε να αλλάξει επί το αντιδραστικότερον τον Οργανισμό του ΥΠΠΟ φέρνοντας ένα σχετικό νομοσχέδιο όπου, μεταξύ άλλων, προέβλεπε τη μετατροπή σε ΝΠΔΔ 10 σημαντικών μουσείων, που θα είναι πλέον απλώς «εποπτευόμενα» από το ΥΠΠΟ, αλλά «με πλήρη διοικητική, δημοσιονομική και λειτουργική αυτοτέλεια» (σ.σ. ακριβώς δηλαδή αυτό που έγινε με το ΝΜΑ)! Επρόκειτο για τα: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Μουσείο Ακροπόλεως, Βυζαντινό και Χριστιανικό, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, Μουσείο Ασιατικής Τέχνης, Νομισματικό Μουσείο, Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας - Μουσείο Ιστορίας Ολυμπιακών Αγώνων και Μουσείο Δελφών.
Ο δικομματισμός προσπαθεί να βάλει το κεφάλαιο στην πολιτιστική κληρονομιά εδώ και χρόνια και με κάθε τρόπο. Ο νόμος περί «πολιτιστικής χορηγίας», το νομικό καθεστώς του ΝΜΑ, ο κώδικας δήμων και κοινοτήτων και ο γενικότερος εμπορευματικός προσανατολισμός του κράτους έχουν αφήσει το πεδίο ανοιχτό για «στρατιές» «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων», «Φίλων» μουσείων και φορέων - «γεφυρών» του ιδιωτικού τομέα και του κράτους στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς (όπως η περίπτωση του «Διαζώματος» του πρώην υπουργού Πολιτισμού στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ Στ. Μπένου).
Ωρομίσθιοι του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (πλέον απολυμένοι) στην είσοδό του τον Αύγουστο του 2010
Παράλληλα, η συνεχιζόμενη «αποψίλωση» της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας από το προσωπικό της και το συνεχιζόμενο καθεστώς της εργασιακής ομηρίας, σε συνδυασμό με την επιδεινούμενη υποχρηματοδότηση, οδηγούν στην υπολειτουργία των μουσείων (Σημ. 2) με τα αστικά ΜΜΕ να «ξεσαλώνουν» υπέρ των «σωτήρων» ιδιωτών. Οι κλειστές, λόγω έλλειψης προσωπικού, αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ήταν το «βούτυρο» στο «ψωμί» του ιδιωτικού τομέα. Ετσι, στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 7/6 διαβάζουμε:«Η κατάσταση που επικρατεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο πήρε μεγάλες διαστάσεις (...) Παρά την απουσία ουσιαστικής πολιτικής βούλησης και, προφανώς, την αδυναμία του ΥΠΠΟΤ να αντιληφθεί το ζήτημα στις σοβαρές και σύνθετες διαστάσεις του, το θέμα προκαλεί μια αποκαλυπτική όσο και συγκινητική κινητοποίηση πολιτών, που προσφέρονται για εθελοντική εργασία (...) Χθες ετέθη υπ' όψιν μας η επιστολή του δρος Στέφανου Τσολακίδη, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της "Κλέος Α. Ε.", από 17 Μαΐου με παραλήπτες το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Μουσείο Ακρόπολης και τη Μονή Καισαριανής (και κοινοποίηση στο Γραφείο Πρωθυπουργού και το ΥΠΠΟΤ). Η επιστολή με θέμα "Ελλείψεις σε Μουσεία και Αρχαιολογικούς Χώρους" αναφέρει μεταξύ άλλων: "Eίμαστε στη διάθεσή σας να προσφέρουμε υλικά (εκδόσεις, έντυπα, κ.λπ.) και υπηρεσίες (καθαρισμό, φύλαξη, πωλήσεις κ.λπ.) χωρίς καμία υποχρέωσή σας. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι οφείλουμε να προβάλλουμε τον ελληνικό πολιτισμό σε όλους που τιμούν με την επίσκεψή τους τη χώρα μας επ' αμοιβαία ωφελεία βεβαίως. Αναμένοντας σύντομα θετική ανταπόκρισή σας" (...)».
Προϋπόθεση η απαξίωση για το ξεπούλημα
Ο «Ρ» είχε όμως πολύ πιο πριν αναδείξει το θέμα του ιδιωτικού «ενδιαφέροντος», με αρνητικό τρόπο φυσικά. Από τις 14/1 ο «Ρ» αναφερόταν στο πρόβλημα των κλειστών αιθουσών λόγω των μαζικών απολύσεων προσωπικού, σημειώνοντας στο τέλος ότι «αναζητούνται... "εθελοντές" για να καταφέρει το μουσείο να λειτουργήσει κανονικά».
Λίγες μέρες αργότερα (18/1) το Γραφείο Τύπου του ΥΠΠΟΤ επιβεβαίωνε το δημοσίευμα του «Ρ» λέγοντας ότι το 40% του μουσείου δε λειτουργεί, διέψευδε όμως τα περί «εθελοντών» αν και όχι πολύ «φανατικά». Συγκεκριμένα, έλεγε ότι η αρμόδια Διεύθυνση «δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο».
Πριν απολύσει τους εργαζόμενους του Εθνικού, η κυβέρνηση «φρόντισε» να τους εξοντώσει οικονομικά και εργασιακά. Σχεδόν ένα χρόνο πριν, στις 12/8/2010, ο «Ρ» δημοσίευε αναλυτικό ρεπορτάζ για την κατάσταση που επικρατεί στο μουσείο με αφορμή το γεγονός ότι οι ωρομίσθιοί του ήταν απλήρωτοι επί τρεις μήνες. Στο ρεπορτάζ σημειωνόταν ότι εκτός από ωρομίσθιους, στο μουσείο εργαζόταν προσωπικό με ασφαλιστικά μέτρα που είχαν ενταχθεί στην «τροπολογία Σαμαρά», τα «περίφημα» «Stage», εργαζόμενοι με ασφαλιστικά μέτρα που δεν είχαν ενταχθεί στην «τροπολογία Σαμαρά», μόνιμοι και αορίστου. Ο «Ρ» σημείωνε επίσης: «Ολα αυτά σημαίνουν ότι, μέχρι τον ερχόμενο Δεκέμβρη το αργότερο, οι λήξεις των διαφόρων τύπων συμβάσεων και σχέσεων εργασίας θα αδειάσουν κυριολεκτικά το μουσείο από προσωπικό (...)». Οπως κι έγινε.
Αποδεικνύεται, λοιπόν, για μια ακόμη φορά ότι η αιτία της εγκατάλειψης της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι ο δημόσιος χαρακτήρας της αυτός καθαυτός, αλλά το αστικό κράτος, που λειτουργεί προς όφελος των συμφερόντων του κεφαλαίου. Σε αυτή την αστική προπαγάνδα στρατεύονται δυστυχώς και επιστήμονες. Ετσι, στην «Καθημερινή» (19/6/2011) ο καθηγητής αρχαιολογίας Χ. Ντούμας προτείνει την «εμπορική αξιοποίηση» των μουσείων διαχωρίζοντάς την από την «εκπόρνευση», όπως τη χαρακτηρίζει. Το μόνο που μπορούμε να πούμε πάνω σε αυτό είναι ότι, από μαρξιστική σκοπιά, δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στην εμπορευματοποίηση και την «εκπόρνευση». Αλλωστε, ο ίδιος αντιλαμβάνεται τα μουσεία σαν οποιαδήπτε άλλη «επιχείρηση» αφού προτείνει την αξιολόγηση των διευθυντών τους ανάλογα με τις οικονομικές τους επιδόσεις, δηλαδή με καθαρά αγοραίους όρους.
Ακόμη πιο ξεκάθαρος ο αρχαιολόγος Π. Θέμελης, στο ίδιο ρεπορτάζ, δηλώνει ότι «πρέπει να αυτονομήσουμε τα μουσεία μας, ο στόχος να είναι η μέγιστη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια προκειμένου να παρέχουν υπηρεσίες επιπέδου (...)».
Η διαχείριση των κρατικών μουσείων από το δικομματισμό τις δύο τελευταίες δεκαετίες και σήμερα ανοίγει συνεχώς το δρόμο προς το ξεπούλημά τους. Νομοθεσία, πολιτική απαξίωσής τους που οδηγεί στην πλήρη υπολειτουργία τους, εργασιακή ομηρία, προπαγάνδα των αστικών ΜΜΕ και «πρόθυμη» διανόηση λειτουργούν ως «εμπροσθοφυλακή» της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας». Με πρόσχημα την καπιταλιστική κρίση η επίθεση στα κρατικά μουσεία εντείνεται. Συμπέρασμα: Το λαϊκό κίνημα οφείλει να προασπίσει την πολιτιστική κληρονομιά ως λαϊκή περιουσία.
Σημ 1: Υπερασπιζόμενος την προσφορά του Μουσείου, δηλαδή του ανθρώπινου δυναμικού του, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων απέστειλε στον Τύπο αναλυτική παρουσίαση του έργου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, την οποία παρουσιάζουμε συνοπτικά λόγω χώρου.
Μεταξύ 2004 - 2011 η επισκεψιμότητα ήταν 500.000 και επιπλέον 100.000 μαθητές. Μόνιμες Εκθέσεις: «Το ΕΑΜ σήμερα προσφέρει στον επισκέπτη 9.000 τ.μ. εκθεσιακών χώρων με 16.000 εκθέματα». Περιοδικές Εκθέσεις: Συνολικά 12. «Σημειώνουμε ότι οι μεγάλες περιοδικές εκθέσεις συνοδεύονται πάντοτε από τον αντίστοιχο κατάλογο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί ο κατάλογος αυτός επιστημονική μονογραφία για το συγκεκριμένο θέμα». Συμμετοχή του Μουσείου σε περιοδικές εκθέσεις στο εσωτερικό και εξωτερικό: Συνολικά 9. Το Μουσείο «συμμετείχε με δανεισμό έργων και συγγραφή των αντίστοιχων κειμένων ή λημμάτων σε περιοδικές εκθέσεις Μουσείων του εσωτερικού και του εξωτερικού». Στον τομέα της έρευνας:Από το 2000 που ξεκίνησε, συνεχίζεται ανελλιπώς η ετήσια έκδοση του περιοδικού του μουσείου «Το Μουσείον». Συμμετοχή σε πλήθος ερευνητικών προγραμμάτων που απαριθμούνται αναλυτικά.
Επίσης: Εκπαιδευτικά Προγράμματα (για μαθητές, για τις περιοδικές εκθέσεις, Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών, για οικογένειες, επετειακά, για ενήλικες, ειδικά εκπαιδευτικά για κωφούς μαθητές και ενήλικες, για άτομα τυφλά ή με μειωμένη όραση).
«Επιτρέψτε μας εν κατακλείδι να σημειώσουμε, ότι οι αρχαιολόγοι που υπηρετούν το Εθνικό Μουσείο είναι όλοι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων και σε ποσοστό 90% κάτοχοι διδακτορικού με συνεισφορά στη διεθνή αρχαιολογική επιστήμη» σημειώνει με νόημα ο ΣΕΑ.
Σημ 2: Οχι μόνο των μουσείων. Η συνειδητή απαξίωση του κράτους για το πρώην βασιλικό κτήμα στο Τατόι έχει ήδη ανοίξει την «όρεξη» στο κεφάλαιο.



Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ