NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Σε «καταστολή» ο «πνεύμονας» της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας



Η μικρή «προϊστορία» της απαξίωσης, από το δικομματισμό, ενός οργανισμού - ανάσα για την πολιτιστική κληρονομιά, με αφορμή τις νέες καταγγελίες για την υπολειτουργία του από το Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων
Από παλιές εκδόσεις του ΤΑΠΑ
«Γιατί οι εξαιρετικής ποιότητας πρωτότυπες παραγωγές του ΤΑΠΑ (σ.σ. Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων του υπουργείου Πολιτισμού) δεν αναπαράγονται ώστε να πωλούνται από τα πωλητήρια των Μουσείων;».
Με αυτό το - μάλλον ρητορικό - ερώτημα που έθεσε ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων σε συνέντευξη Τύπου για την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των μουσείων τον περασμένο Ιούλη «επανήλθε» στην επικαιρότητα το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, από τους βασικούς «αιμοδότες» της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, αφού είναι αρμόδιο για την παραγωγή και πώληση αντιγράφων αρχαίων αντικειμένων, υπεύθυνο για τις απαλλοτριώσεις ιδιοκτησιών για αρχαιολογικούς σκοπούς και για το εκδοτικό έργο της υπηρεσίας.
Η «φούσκα» της «ευελιξίας»...
Ολα αυτά, βέβαια, στη θεωρία. Διότι στην πράξη, εδώ και πολλά χρόνια, το ΤΑΠΑ χτυπήθηκε και απαξιώθηκε «συντονισμένα» από τις κυβερνήσεις του δικομματισμού στο πλαίσιο του γενικότερου στόχου για εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στόχος που περιελάμβανε και τη διολίσθηση των κρατικών υποδομών προστασίας και ανάδειξης της κληρονομιάς σε ιδιωτικοοικονομική λειτουργία. Διαδικασία που μετέτρεψε το ΤΑΠΑ από βασικό στυλοβάτη του πυρήνα της δράσης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, σε «φτωχό συγγενή». Με τη σειρά του, αυτό οδήγησε στο «πάγωμα», εδώ και χρόνια, των δημοσιεύσεων και των εκδόσεων, στο «πάγωμα» της παραγωγής αντιγράφων και άλλων αντικειμένων προς πώληση από τα πωλητήρια των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων και στη μετατροπή σε «σύντομο ανέκδοτο» των απαλλοτριώσεων.
Το «κόψε - ράψε» του δικομματισμού (και) στην περίπτωση του ΤΑΠΑ είναι χαρακτηριστικό του τρόπου, με τον οποίο το αστικό κράτος δημιουργεί το «περιβόλι», για να «ανθίσει» η αγορά σε κάθε τομέα. Το 1997 (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ) το ΥΠΠΟ «κατεβάζει» νόμο - «σκούπα» με τον οποίο συστήνει... καμιά δεκαριά Νομικά Πρόσωπα. Ηταν ένας τρόπος, για να «εισαχθεί» και στον τομέα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς ο «νόμος» της «ελεύθερης αγοράς». Ενα από αυτά τα νομικά πρόσωπα ήταν και η ΑΕ «Προβολής της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς», η οποία ουσιαστικά «άρπαξε» τις αρμοδιότητες του ΤΑΠΑ: Παραγωγή, έκδοση, διάθεση βιβλίων και άλλων αντικειμένων, παραγωγή, κατασκευή εκμαγείων και αντιγράφων, χρησιμοποιώντας τους χώρους και τα εργαστήρια του ΤΑΠΑ. Επίσης, μπορούσε να προβαίνει σε απευθείας αναθέσεις σε ιδιώτες, να συνάπτει συμβάσεις με ιδιωτικά εργαστήρια, να εκπονεί μελέτες και να διενεργεί διαγωνισμούς.

«Κλασικό» και διαχρονικό επιχείρημα ήταν το «κόστος» ανάμεσα στην παραγωγή και τα έσοδα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2002 και ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων προστέθηκε και το επιχείρημα της «ποσότητας». Η τότε ηγεσία του ΥΠΠΟ αναζητούσε επιχειρήσεις με δυνατότητα μαζικής παραγωγής αντιγράφων, με τον τότε υπουργό Ευ. Βενιζέλο, να λέει ότι αυτό θα γίνεται με την πρακτική του «φασόν» και ότι αφορά και σε ξένες επιχειρήσεις.
Το «επιχείρημα» του κόστους επανέρχεται το 2005 (κυβέρνηση ΝΔ) οπότε η τότε διοίκηση του ΤΑΠΑ «προτείνει» στον τότε υφυπουργό Π. Τατούλη, να περιοριστούν οι μήτρες των εκμαγείων και η παραγωγή τους να δοθεί σε «εξωτερικούς συνεργάτες». Φυσικά, καμία από τις κυβερνήσεις του δικομματισμού δεν εξηγούσε γιατί: 1) «Είναι» οικονομικό να δίνεται δημόσιο χρήμα σε ιδιώτες και «δεν» είναι οικονομικό να δίνεται στις ήδη υπάρχουσες δημόσιες υποδομές. 2) Το ΤΑΠΑ αναγκάστηκε να πάρει τρία δάνεια από τις τράπεζες;
Τα ερωτήματα είναι ρητορικά: 1) Το κράτος στον καπιταλισμό λειτουργεί υπέρ των αστών, της «αγοράς». 2) Το ΤΑΠΑ ήδη υποχρηματοδοτούνταν και από το 2000, έπρεπε να εξασφαλίζει τις ανελαστικές δαπάνες του από «ίδιους πόρους», ενώ, ταυτόχρονα, πωλητήρια - «φιλέτα» σε επιλεγμένα μουσεία και αρχαιολογικούς πόρους περνούσαν στη διαχείριση του «περίφημου» ΟΠΕΠ ΑΕ (Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού), στον οποίο «μετεξελίχθηκε» η ΑΕ «Προβολής της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς» του 1997. Για την ιστορία και με στοιχεία που είχαν δημοσιοποιήσει από τότε οι αρχαιολόγοι, μόνο η αποπληρωμή των τριών δανείων που πήρε το ΤΑΠΑ για απαλλοτριώσεις μεταξύ 2000 - 2003, θα κόστιζε την επόμενη δεκαετία στο Ταμείο περί τα 15 εκ. ευρώ.

Ο... «ευέλικτος» ΟΠΕΠ ΑΕ, ως γνωστόν, έκλεισε πέρυσι με πολλά εκατομμύρια ευρώ χρέος με το Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων να ρωτά τον περασμένο Ιούλη: «Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για τον ΟΠΕΠ ΑΕ, που επεκτάθηκε σε βάρος του ΤΑΠΑ (...) Γιατί τελικά το κλείσιμο του ΟΠΕΠ ΑΕ είχε επίπτωση μόνο στους συμβασιούχους των 800 ευρώ και στα κλειστά επί μήνες πωλητήρια, αλλά δεν αποδίδεται καμία ευθύνη σε όσους διαχειρίστηκαν με αυτόν τον τρόπο χρήματα του ελληνικού δημοσίου;». Κι όμως, ακόμη κι όταν η... ιδιωτικοοικονομική «ευελιξία» αποδεικνύεται «φούσκα» οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου εμφανίζονται «αμετανόητοι». Ετσι, ο νυν υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, Π. Γερουλάνος, εξακολουθούσε την Ανοιξη του 2010 να «σκέφτεται» τη δημιουργία ενός νέου οργανισμού που θα εμπεριέχει... «την ευελιξία του ΟΠΕΠ και το καλό έργο του ΤΑΠ»!!
Ενας ακόμη «σταθμός» στη συνειδητή, δικομματική πολιτική απαξίωσης του Ταμείου ήταν το 2008, όταν το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ της εκχώρησης σε ιδιώτες του δικαιώματος παραγωγής και εμπορίας εκμαγείων αρχαίων αντικειμένων. Ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Μ. Λιάπης, έλεγε στη Βουλή ότι «η παραγωγή αντιγράφων προς πώληση αποτελεί στην παρούσα φάση ζημιογόνο δραστηριότητα για το Ταμείο, όμως πέραν από τους καθαρά εμπορικούς σκοπούς τα υψηλής ποιότητας αντίγραφα που παράγει το ΤΑΠ χρησιμοποιούνται για ερευνητικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς, για διακόσμηση δημοσίων κτιρίων και πρεσβειών κ.λπ. Στόχος του ΤΑΠ είναι να παράγει αντικείμενα που απευθύνονται στο πιο απαιτητικό τμήμα της αγοράς. Τα αντικείμενα χαμηλού κόστους που πωλούνται μαζικά από τα καταστήματα των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, θα πρέπει να τα προμηθευόμαστε από τρίτους ανεξάρτητους παραγωγούς εάν επιθυμούμε να αποτελεί η συγκεκριμένη δραστηριότητα πηγή εσόδων όπως συμβαίνει διεθνώς»...
Στα «αζήτητα» ακόμα και τα μπρελόκ...

Την ίδια χρονιά και σε τροπολογία στο αντιδραστικό νομοσχέδιο για το νέο Μουσείο Ακρόπολης ορίστηκε ότι... «χρήζει τροποποίησης» η διάταξη του ν. 736/1977, με την οποία το ΤΑΠΑ διαθέτει τους πόρους του (σ.σ. από τα πωλητήρια στους αρχαιολογικούς χώρους και τα  
Δηλαδή, το Ταμείο θα «τάιζε» από ό,τι του απέμενε: 1) Το ΤΔΠΕΑΕ που φτιάχτηκε ως ΝΠΙΔ, για να διαχειρίζεται κοινοτικά πακέτα για μεγάλα αρχαιολογικά έργα επειδή υποτίθεται ότι το Δημόσιο... «δεν είναι ευέλικτο» 2) Τον ΟΠΕΠ ΑΕ (σ.σ. βλ. παραπάνω) 3) Την ΕΑΧΑ ΑΕ που επίσης συστάθηκε με την ίδια «ευέλικτη» λογική....
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο ΣΕΑ στη συνέντευξη του Ιούλη, η υλοποίηση των παραγωγών γίνεται από το γραφείο παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων του ΤΑΠ. «Στο διάστημα 1997-2002 στελεχωνόταν από τέσσερις αρχαιολόγους. Από το 2002 και μετά την αποχώρηση δύο αρχαιολόγων, στελεχώνεται από τις δύο εναπομείναντες αρχαιολόγους, που υλοποιούν τις σχετικές αποφάσεις για αναπαραγωγές, σχεδιάζουν και υλοποιούν νέες παραγωγές, διεκπεραιώνουν τις συνεννοήσεις με Μουσεία και Εφορείες Αρχ/των, συντονίζουν τις εργασίες νέων εκμαγεύσεων και λειτουργίας της μοντελοθήκης. Στις δύο τελευταίες δραστηριότητες εργάζονται επίσης ο γλύπτης και ο συντηρητής του ΤΑΠ. Η μοντελοθήκη είναι ένα κομβικό κομμάτι της παραγωγής πιστών αντιγράφων, καθώς εκεί φυλάσσονται αρχειοθετημένα τα μοντέλα, δηλαδή τα "πρωτότυπα αντίγραφα" των εκμαγεύσεων, στα οποία βασίζεται η παραγωγή πιστών αντιγράφων».
Μεταξύ 2002 - 2010 «το γραφείο παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων σχεδίασε και υλοποίησε την παραγωγή για:
-- 22 νέα εκμαγεία (εκ των οποίων 10 αθλητικά θέματα, λόγω Ολυμπιακών Αγώνων 2004),
-- 20 νέα κεραμικά αγγεία,
-- 30 νέα σχέδια κοσμημάτων (για την ανανέωση του υπάρχοντος θεματολογίου),
-- 5 συνθέσεις αρχαίων νομισμάτων,
-- 28 νέα μεταλλικά αντίγραφα (τα περισσότερα από το Εθνικό Μουσείο και την Ολυμπία, αρκετά αθλητικά θέματα λόγω ΟΑ 2004),
-- 12 νέες τοιχογραφίες,
-- 22 ιατρικά εργαλεία (σε δύο κασετίνες με διαφορετική σύνθεση),
-- 2 δικαστικές ψήφοι (σε σύνθεση),
-- 99 νέες εκμαγεύσεις πρωτότυπων αρχαίων αντικειμένων, με παραγωγή μήτρας, κατασκευή και πιστοποίηση μοντέλου, κατασκευή δείγματος και καλουπιού παραγωγής για νέες παραγωγές». Επίσης, σχεδίασε και υλοποίησε την παραγωγή αναμνηστικών όπως μικρών μαγνητών, σημειωματαρίων, σελιδοδεικτών, μολυβιών, τσαντών, ρολογιών κ.λπ.
Ομως, «από τις αρχές 2009, η κεντρική διαχείριση, μετά την αποχώρηση υπαλλήλου της, αδυνατεί να παρέχει προς το γραφείο παραγωγής στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη διακίνηση, πωλήσεις, απογραφές κ.λπ. των προϊόντων όπως γινόταν μέχρι τότε, και τα οποία είναι χρήσιμα στον καλύτερο προγραμματισμό των παραγωγών. Μέχρι σήμερα, το κενό αυτό δεν έχει αποκατασταθεί στη διαχείριση».
Επίσης, «το γραφείο παραγωγής "δανείζεται" κατά καιρούς τις υπηρεσίες άλλων δ/νσεων του ΤΑΠ π.χ. δέχεται τη συνδρομή της Δ/νσης Δημοσιευμάτων (κείμενα, διορθώσεις, μεταφράσεις) καθώς και της γραφίστριας της Δ/νσης Τεχνικών Μελετών, για να αντεπεξέλθει στις ανάγκες παραγωγής.
Κατά τη διετία 2007 - 2008, με απόφαση του Προέδρου και του ΔΣ του ΤΑΠ είχαν παγώσει εντελώς οι παραγωγές, εξαντλήθηκαν ολότελα τα αποθέματα των προϊόντων στα πωλητήρια και στην κεντρική αποθήκη του ΤΑΠ και δημιουργήθηκε τεράστιο κενό, το οποίο ακόμη και σήμερα δεν έχει αποκατασταθεί.
Από τον Οκτώβρη 2010, με απόφαση της Διοίκησης ανεστάλησαν οι παραγωγές και το γραφείο παραγωγής, έκτοτε αναμένει οδηγίες για το νέο πλαίσιο υλοποίησης της παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων που θα αποφασίσει το ΤΑΠ. Με την απόφαση της τότε Διοίκησης το γραφείο παραγωγής έχει καταστεί ανενεργό και μέχρι σήμερα δεν έχει κληθεί καθόλου να συμβάλει (λόγω της εξειδίκευσης και εμπειρίας που διαθέτει) με οποιονδήποτε τρόπο προς την κατεύθυνση αυτή».
Για την ιστορία, να θυμίζουμε ότι τον Αύγουστο του 2009, από στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο «Συνήγορος του Πολίτη», το υπουργείο Πολιτισμού προχώρησε σε μαζικές «αποδεσμεύσεις» «εγκλωβισμένων» από την Αρχαιολογική Υπηρεσία ιδιοκτησιών, επειδή η τελευταία δεν είχε χρήματα και προσωπικό να προχωρήσει σε ανασκαφικές έρευνες ή και απαλλοτριώσεις! Μάλιστα, όπως προέκυψε από απάντηση του ΥΠΠΟ, από τις 161 υποθέσεις που είχε εξετάσει η «Επιτροπή Απαλλοτριώσεων» μεταξύ Απρίλη - Ιούλη 2008, μόνο οι 39 προχώρησαν σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, με το ποσοστό «αποδέσμευσης» να είναι περίπου 75%!
Στις διαχρονικές καταγγελίες των αρχαιολόγων περιλαμβάνεται και αυτή της διακοπής του εκδοτικού έργου του ΤΑΠΑ, το οποίο έχει «παγώσει», ουσιαστικά, εδώ και χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναστολή, από το 2002 (επί ΠΑΣΟΚ), της έκδοσης του «Αρχαιολογικού Δελτίου», δηλαδή του δημόσιου εκδοτικού «βήματος» επιστημονικής δημοσίευσης των αρχαιολογικών ανασκαφών, ερευνών και ευρημάτων, υποχρέωση που απορρέει και από τον αρχαιολογικό νόμο. Το τι σημαίνει στην πράξη η μη επιστημονική δημοσίευση το έχουν αναδείξει από καιρό οι αρχαιολόγοι, σημειώνοντας ότι ο νέος αρχαιολόγος δε διαθέτει πλέον το βασικότερο «εργαλείο» για τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς. «Εξαφανίζεται» η συνέχεια της κρατικής αρχαιολογικής έρευνας και, όπως συμβαίνει παντού και πάντα, η απουσία μνήμης είναι ένας από τους πιο σύντομους δρόμους στην καταστροφή.
Και να σκεφτεί κανείς ότι το 1997 το ΤΑΠ εγκαινίασε το βιβλιοπωλείο του και μόλις το 1998 για πρώτη φορά παρουσίασε νέες εκδόσεις, όπως και το 1999. Εκείνο το διάστημα εκδόθηκαν 14 βιβλία. Ανάμεσά τους κατάλογοι εκθέσεων και μουσειακών συλλογών και επιστημονικά συγγράμματα από τις δημοσιεύσεις του «Αρχαιολογικού Δελτίου» και των «Αρχαιολογικών Ανάλεκτων»...