NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

MIKIS-radio

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

ΓΑΛΛΙΑ Ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου στους εργαζόμενους Η συγχρονισμένη καπιταλιστική κρίση οδηγεί σε καρατόμηση λαϊκών κατακτήσεων




Από διαδήλωση για τις απολύσεις στη Ρενό
Δύο πακέτα μέτρων λιτότητας μέσα σε τρεις μήνες (τον Αύγουστο και πριν από λίγες μέρες) καλούνται να πληρώσουν οι Γάλλοι εργαζόμενοι. O πρωθυπουργός, Φρανσουά Φιγιόν, μίλησε για «μέτρα απολύτως αναγκαία, προκειμένου η Γαλλία να διατηρήσει την εθνική της κυριαρχία ως προς τα οικονομικά της και να μη φτάσει να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκονται αυτή τη στιγμή άλλες χώρες - μέλη της Ευρωζώνης» (εννοεί Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία και βεβαίως την κατάσταση της Ιταλίας). Και συμπλήρωσε τρομολαγνικά ότι η χρεοκοπία δεν είναι «μια αφηρημένη έννοια για κανέναν». Είναι τα ίδια ιδεολογήματα που επιστρατεύονται για την διάσωση του κεφαλαίου, σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, που είναι ή όχι στην ΕΕ ή το ευρώ, έχουν ή δεν έχουν μνημόνιο με την τρόικα.
Τα νέα μέτρα στη Γαλλία, εν μέσω βαθιάς και συγχρονισμένης κρίσης στην ΕΕ συνολικά, έρχονται λίγες μέρες μετά την προειδοποίηση του οίκου αξιολόγησης Moody's ότι η γαλλική οικονομία απειλείται με υποβάθμιση, δηλαδή με απώλεια της αξιολόγησης των τριών Α, κάτι που θα εκτοξεύσει στα ύψη τα επιτόκια δανεισμού της και θα δώσει τέλος στη συμμετοχή της στο Ευρωπαϊκό Ταμείο διάσωσης. Ως αιτία προβάλλεται το πλήγμα που δέχονται οι γαλλικές τράπεζες λόγω του «κουρέματος» του ελληνικού χρέους και της επανακεφαλαιοποίησης που θα χρειαστούν. Ηδη, οι τρεις μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες, οι BNP Paribas, Credit Agricole, Societe Generale, έχουν υποβαθμιστεί.
Από κινητοποίηση για το ασφαλιστικό στη Μασσαλία το Νοέμβρη του 2010
Οπως ισχυρίστηκε ο Φιγιόν, στόχος των νέων μέτρων είναι «η εξοικονόμηση 100 δισ. ευρώ, προκειμένου να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 7 δισ. το 2012 και κατά 11,6 δισ. το 2013, έτσι ώστε να υπάρξει δημοσιονομική ισορροπία το 2016», δηλαδή να επιτευχθεί ο στόχος που θέτει η συνθήκη του Μάαστριχτ για έλλειμμα 3% και δημόσιο χρέος που δεν ξεπερνά το 60% του ΑΕΠ. Προς το παρόν, το πρώτο τρίμηνο του 2011, το γαλλικό δημόσιο χρέος έφτανε το 84,5% του ΑΕΠ (ή 1.646,11 δισεκατομμύρια ευρώ) ενώ μόλις το 2007 ήταν 64,2% του ΑΕΠ (δηλαδή 1.211,6 δισεκατομμύρια ευρώ) και το 1995 (πριν την υιοθέτηση του ευρώ) 55,5% του ΑΕΠ (δηλαδή 663,5 δισεκατομμύρια ευρώ).
Τα μέτρα, που εξαγγέλθηκαν στις αρχές της βδομάδας προβλέπουν αύξηση του ΦΠΑ από 5,5% στο 7% σε όλα τα μη βασικά προϊόντα και υπηρεσίες, περαιτέρω μείωση φοροαπαλλαγών, το «πάγωμα» των μισθών σε όλες τις κυβερνητικές υπηρεσίες, εφαρμογή της αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 60 στα 62 χρόνια το 2017 και όχι το 2018 και ως «κερασάκι», προφανώς για να δοθεί μια δήθεν εντύπωση «δικαιοσύνης», αύξηση της φορολογίας κατά 5% στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Ηρθαν να προστεθούν στο πακέτο λιτότητας της 24ης Αυγούστου, που συμπεριλάμβανε μείωση των φοροαπαλλαγών κατά 10%, αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών ανάλογα με τα εισοδήματα, αλλά και το κεφάλαιο των επιχειρήσεων, επιπλέον 6% αύξηση της φορολογίας στον καπνό, έκτακτη φορολόγηση με 3% των υψηλών εισοδημάτων (ή περιουσίας), αρχής γενομένης από τα 500.000 ευρώ το χρόνο. Τον Αύγουστο, οι εκτιμήσεις για το ρυθμό ανάπτυξης της χώρας είχαν αναθεωρηθεί από το 2,5% στο 1,75% και στις αρχές της βδομάδας ο Φιγιόν μίλησε για περαιτέρω μείωση στο 1%.
Στην παρούσα φάση, η γαλλική κυβέρνηση αιτιολογεί τα, κυρίως, εισπρακτικού τύπου, μέτρα της, επικαλούμενη την (σύμφυτη με τον καπιταλισμό) «οικονομική κρίση». Εντούτοις, μια προσεκτικότερη ματιά στα πεπραγμένα, κατά κύριο λόγο της προεδρίας του Νικολά Σαρκοζί, αλλά και του προκατόχου του Ζακ Σιράκ, αναδεικνύουν ότι η πολιτική κατεδάφισης εργασιακών δικαιωμάτων και κατακτήσεων είχε, ήδη, αρχίσει να εφαρμόζεται (ή τουλάχιστον γινόταν προσπάθεια να εφαρμοστεί) καιρό πριν.
«Αναδιάρθρωση» παντού εδώ και καιρό
Ο Νικολά Σαρκοζί, σε μία από τις πρώτες τοποθετήσεις του, μετά την εκλογή του, το 2007, είχε δώσει στίγμα. Είχε σταθεί σε τρεις άξονες: «αναδιάρθρωση του συνταξιοδοτικού και ασφαλιστικού συστήματος»«υιοθέτηση» μεγαλύτερης ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις (συνεχίζοντας την προσπάθεια Σιράκ - ντε Βιλπέν για κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας η οποία είχε αρχικώς αποτύχει λόγω της αντίδρασης εργαζομένων, νεολαίας και συνδικάτων στις επιχειρησιακές συμβάσεις και στο Σύμφωνο πρώτης απασχόλησης, που επί της ουσίας «έλυνε τα χέρια» των εργοδοτών ως προς τις απολύσεις νέων εργαζόμενων και συρρίκνωνε το επίδομα ανεργίας των νέων στα 450 ευρώ από 1.100 τουλάχιστον που είναι σήμερα),«μείωση του δημοσίου τομέα και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητάς του».
Ευθύς πρότεινε κατάργηση των «προνομιακών όρων συνταξιοδότησης», όπως είναι τα βαρέα και ανθυγιεινά, με αύξηση του συνταξιοδοτικού ορίου από τα 37 στα 41 χρόνια. Στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης πρότεινε την υιοθέτηση πλαφόν ως προς το τι θα καλύπτει το εκάστοτε ταμείο στον ασφαλισμένο, καθώς και την ενεργότερη ανάμειξη των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών. Προχωρώντας περαιτέρω, ο Σαρκοζί πρότεινε φοροαπαλλαγή των εργοδοτών και κατάργηση των εργοδοτικών εισφορώναλλά και «φοροελαφρύνσεις» στους εργαζόμενους για τις υπερωρίες, έχοντας, ήδη, υιοθετήσει δια νόμου την μείωση του ποσοστού φορολόγησης επί των εισοδημάτων, από το 60% στο 50%.
Για να «μην υποχρεώνονται οι επιχειρήσεις να μετακινούνται σε τρίτες χώρες», ο Γάλλος Πρόεδρος πρότεινε τη «χαλάρωση» της νομοθεσίας περί απολύσεων, που στη Γαλλία είναι, ακόμη, ιδιαίτερα αυστηρή. Επίσης, πρότεινε συγχώνευση των υπηρεσιών για την ανεργία, χωρίς να διασφαλίζεται η επαρκής εκπροσώπηση των συνδικάτων, γεγονός που σε συνδυασμό με την σταθερή άποψή του περί διαγραφής από τους καταλόγους ανέργων που δεν δέχονται να «επιμορφωθούν» ακόμη και σε τομείς άσχετους με την πρότερη επαγγελματική τους απασχόληση και να εγκατασταθούν σε πόλεις μακριά από την μόνιμη κατοικία τους (ασχέτως αν οι αποδοχές που τους προσφέρονται είναι επαρκείς για την επιβίωσή τους ή όχι), καθιστά επισφαλέστερη τη θέση όσων λαμβάνουν επίδομα ανεργίας.
Τέλος, ο Σαρκοζί παρουσίασε σαρωτικά σχέδια για το δημόσιο τομέα με σημαντική μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, αρχής γενομένης από την μη αντικατάσταση όσων συνταξιοδοτούνται στο εξής. Παραδείγματος χάριν, το 2008, από τους 22.700 δημοσίους υπαλλήλους που πήραν σύνταξη, αντικαταστάθηκε μόνο το 1/3. Τάχθηκε υπέρ της αλλαγής αντικειμένου για τους δημοσίους υπαλλήλους και υπέρ της σύνδεσης της μισθοδοσίας τους με την «παραγωγικότητα». Πρότεινε συμβάσεις δύο ταχυτήτων, πετώντας το μπαλάκι στους εργαζόμενους που καλούνται να «επιλέγουν οι ίδιοι, αν θέλουν σύμβαση δημοσίου ή σύμβαση ιδιωτικού τομέα», με τη δεύτερη να περικλείει προνόμια όπως υψηλότερος μισθός και χορήγηση μπόνους, αλλά και τον κίνδυνο της εύκολης απόλυσης.
Ανάλογες επιλογές έγιναν και για τον τομέα της Υγείας. Εκτός από την έμμεση ιδιωτικοποίηση, που προωθείται διά των προτάσεων μεταφοράς αρμοδιοτήτων του κεντρικού συστήματος Υγείας σε περιφερειακές επιτροπές και τη σύνδεση του, κατά τόπους, δικτύου της δημόσιας Υγείας με τον ιδιωτικό τομέα για την πραγματοποίηση «ιατρικών πράξεων», (επιλογές που αναμένεται να μειώσουν και τις θέσεις εργασίας), η γαλλική κυβέρνηση πρότεινε και την υιοθέτηση «μισθολογικών κινήτρων» για την παραμονή γιατρών στο Δημόσιο, εισάγοντας εμμέσως πλην σαφώς και εδώ, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Η κρίσιμη μάχη του συνταξιοδοτικού
Η, πιθανότατα, σκληρότερη μάχη Σαρκοζί στο επίπεδο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, μέχρι στιγμής, είναι αυτή για την αύξηση του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης και κατά πολλούς αναλυτές προκειμένου να περάσει το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, η γαλλική κυβέρνηση επέλεξε να «παγώσει» άλλες πτυχές των «μεταρρυθμίσεων». Το Σεπτέμβριο του 2010, επικαλούμενη τα στοιχεία του Συμβουλίου Προσανατολισμού των Συντάξεων ότι μέχρι το 2050, το έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων υπολογίζεται ότι θα είναι 120 δισεκατομμύρια ευρώ, η γαλλική κυβέρνηση εισηγήθηκε αύξηση του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης από 60 στα 62 χρόνια (από τα 65 στα 67 για πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα). Οι αντιδράσεις ήταν τεράστιες και εκδηλώθηκαν με διαδηλώσεις και απεργίες, ακόμη και διαρκείας, που διήρκησαν, συνολικά, σχεδόν δύο μήνες.
Το πλέον ύπουλο σημείο του νομοσχεδίου ήταν η αύξηση των χρόνων εισφορών από 37,5 χρόνια (που το πέτυχαν με αγώνες το 1983) σε 41,5 χρόνια. Με δεδομένη την ολοένα μεγαλύτερη αναγκαιότητα εκπαίδευσης και εξειδίκευσης, ελάχιστοι θα είναι αυτοί που θα εισέρχονται στην αγορά εργασίας στην ηλικία των 20 ετών και δεν θα μένουν άνεργοι καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής τους ζωής, έτσι ώστε να μπορούν να πάρουν σύνταξη στα 62 ή στα 67. Ουσιαστικά, η αύξηση των χρόνων εισφορών, παραπέμπει, επί της ουσίας, τη συνταξιοδότηση κοντά στα 70 χρόνια.
Επιπλέον, με γνώμονα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, εκτιμάται, ότι την τελευταία 30ετία, στη Γαλλία το 10% του παραχθέντος από τους εργαζόμενους πλούτου, δηλαδή 200 δισεκατομμύρια ευρώ, αντί να τα καρπωθούν οι εργαζόμενοι, δηλαδή οι παραγωγοί του, έχουν μετακινηθεί προς το κεφάλαιο. Πρόκειται δηλαδή για ένα ποσό που υπερκαλύπτει, ήδη, ακόμη και το χειρότερο σενάριο που είχε παρουσιάσει η κυβέρνηση όσον αφορά στα συνταξιοδοτικά ταμεία. Σε αυτό επικεντρώθηκαν οι αντιδράσεις εργαζομένων, συνταξιούχων και συνδικάτων, με κυρίαρχο το αίτημα το όποιο έλλειμμα υπάρχει στα ταμεία να το πληρώσουν, κατ' αρχήν, οι εργοδότες.
Μπροστά στις κλιμακούμενες εργατικές αντιδράσεις, η κυβέρνηση Σαρκοζί προχώρησε σε ορισμένες αλλαγές (υπαναχώρησε εκ νέου ως προς τα βαρέα και ανθυγιεινά, υιοθέτησε σειρά εξαιρέσεων και ειδικών κατηγοριών ως προς το όριο συνταξιοδότησης αλλά και ως προς το συνυπολογισμό πλασματικών χρόνων είτε λόγω σπουδών είτε λόγω ανεργίας). Επέμεινε, όμως, επί του συνόλου μέχρι τέλους. Το νομοσχέδιο τελικά εγκρίθηκε αλλά η εφαρμογή του, σε μια προσπάθεια να μην αναζωπυρωθεί το κύμα λαϊκής οργής, παραπέμφθηκε για το 2018, και μόλις στο τελευταίο πακέτο μέτρων ο Φιγιόν ανακοίνωσε ότι επισπεύδεται για ένα έτος.
Λιτότητα, εργασιακά δικαιώματα και κατακτήσεις
Αν και ο Σαρκοζί στις πρώτες εξαγγελίες του, το 2007, είχε δηλώσει υπέρμαχος των «γρήγορων» αλλαγών,δεν το εφάρμοσε κυρίως λόγω των εργατικών και λαϊκών αντιδράσεων. Πιο συγκεκριμένα, έχει εφαρμοστεί στο δημόσιο τομέα η αναλογία 2 συνταξιοδοτήσεις για μία πρόσληψη προκαλώντας τεράστια προβλήματα ιδιαίτερα στην εκπαίδευση (το 2012 οι καθηγητές θα είναι κατά 8.500 λιγότεροι από ό,τι το 2007, αλλά οι μαθητές κατά 150.000 περισσότεροι δημιουργώντας ασφυξία στις τάξεις, καταβαράθρωση της ποιότητας διδασκαλίας, συνολική υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης) αλλά δεν έχουν εφαρμοστεί ακόμη επισήμως οι συμβάσεις δύο ταχυτήτων με όλα τα παρεπόμενα. Εχει αποτραπεί η πλήρης κατάργηση των «βαρέων και ανθυγιεινών», αν και αυξήθηκε η ηλικία συνταξιοδότησης. Στην Υγεία, η εφαρμογή των αρχών της «ανταγωνιστικότητας» προχωρά μετ' εμποδίων και δεν έχει αγγιχθεί ο κατώτερος εθνικός μισθός (SMIC) που, μέσα από τις αυξήσεις με γνώμονα τον προϋπολογισμό, φθάνει περίπου τα 1.400 ευρώ.
Είναι ξεκάθαρο ότι τα μέτρα που εδώ και καιρό επιδιώκει να προωθήσει η γαλλική κυβέρνηση, είναι ριζικές, σε βάθος, καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, οι οποίες συμπίπτουν με τις αρχές και τους στόχους που τίθενται για τον «Εκσυγχρονισμό της Εργατικής Νομοθεσίας» από την Πράσινη Βίβλο της ΕΕ. Πρόκειται για σειρά πολιτικών που αποτελούν πλήρη ευθυγράμμιση με τη στρατηγική της Λισαβόνας, τη στρατηγική που θέτει ως βασικό της στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας του κεφαλαίου, μέσα από την κατεδάφιση των συνταξιοδοτικών, ασφαλιστικών και εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Προφανώς, δεν είναι τυχαίο ότι το σημείο στο οποίο, με διάφορους τρόπους, επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον ήταν το «σπάσιμο» των συλλογικών συμβάσεων εργασίας τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.Η διαδικασία αυτή, τελικά, αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολη σε μια χώρα που μέσα από αγώνες η εργατική τάξη έχει εμπειρία και έχει διασφαλίσει κάλυψη όλων των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις με σειρά δικαιωμάτων παρόλο που οι τωρινές συνδικαλιστικές ηγεσίες διακρίνονται για την ενδοτικότητά τους και έχουν βαρύτατες ευθύνες για την σημερινή κατάσταση.
Αναδεικνύεται και στην Γαλλία ο αναντικατάστατος ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, του ταξικού εργατικού κινήματος. Για χρόνια ο «ευρωκομμουνισμός» και η οπορτουνιστική διαχειριστική λογική του Γαλλικού ΚΚ, έχει αποδυναμώσει την πάλη των εργαζομένων. Σήμερα, όμως, είναι περισσότερο από ποτέ σαφές ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέραν από τον ταξικά προσανατολισμένο οργανωμένο αγώνα για να ανακοπεί η επίθεση του κεφαλαίου και να προταχθεί η πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του, με στόχο την λαϊκή εργατική εξουσία.