NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Παντοτινός «γιος» της Πρωτομαγιάς των εργατών



Χαράματα Πρωτομαγιάς, πριν 103 χρόνια, σε ένα αρχοντικό της Μονεμβάσιας, γεννήθηκε το στερνοπαίδι του πλούσιου εμπόρου Ελευθερίου Ρίτσου και της Ελευθερίας, το γένος Βουζαναρά, που έμελλε να γίνει ο μέγιστος ποιητής - αγωνιστής της πρωτοπόρας εργατιάς και όλων των αγώνων της στον 20ό αιώνα, o Γιάννης Ρίτσος. Γεννημένος αρχοντόπουλο, τάχθηκε εφ' όρου ζωής - μέχρι και την ύστατη πνοή του - αταλάντευτα αυτοστρατευμένος με την εργατική τάξη και τα κομμουνιστικά ιδανικά.
Δεκαοχτάχρονος βρέθηκε στην ίδια «μοίρα» και στους ίδιους χώρους με βασανισμένους - και από τη φυματίωση - πρωτοπόρους, κομμουνιστές εργάτες. Από εκείνους άκουσε, έμαθε, ένιωσε το μόχθο, τους αγώνες, τα πάθη και τους πόθους τους. Βίωσε τη βιοπάλη της εργατικής τάξης, μετείχε στους κοινωνικούς και απελευθερωτικούς αγώνες της.
Ταγμένος με τη μαχόμενη εργατική τάξη, από τα τέλη του 1931 διευθύνει το καλλιτεχνικό τμήμα της «Εργατικής Λέσχης» του Εργατικού Κέντρου Αθήνας. Το 1932 εντάσσεται στον πολιτιστικό φορέα «Πρωτοπόροι». Ακολουθεί η ένταξή του στο ΚΚΕ.
Στο τεύχος 2 (Φλεβάρης 1933) των «Νέων Πρωτοπόρων» δημοσιεύει υπό τη βινιέτα «ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΜΑΣ», το ποίημα «Στα παιδιά των προλετάριων», το οποίο με την ευκαιρία της φετινής Εργατικής Πρωτομαγιάς και της επετείου γέννησης του ποιητή της, αναδημοσιεύει, για πρώτη φορά από τότε, ο σημερινός «Ριζοσπάστης».
«Παιδιά μας, είσαστε ήλιος και σκοτάδι,
χαμόγελο και δάκρυ, λάμψη του Αδη
και συγνεφιά της άνοιξης θολή.
Η φτώχια ρυπαρή και σκληροπόδα
τσαλαπατά της χάρης σας τα ρόδα
κι είστε για μας αλόη μα και χολή.
****
Βρεγμένη στου πατέρα σας τον ιδρώτα
γεύεστε μαύρη κι άνοστη μπομπότα,
το δάκρυ της μητέρας σας: νερό
στάζει δροσούλα στα ξερά σας χείλη,
και σφαλιστό το πνέμα σας κοχύλι
κρύβει μαργαριτάρι λαμπερό.
****
Μπρος στο μεγάλωμα σας βάζει φράχτη
Τέχνες, Θρησκείες, Πατρίδες, μα στο αδράχτι
του πόνου μας, του πόνου σας γερά
κλώθεται των εχτρών μας η κρεμάλα
που μας βυζάξαν το αίμα στάλα στάλα
και κλέψανε τον ήλιο, τη χαρά.
****
Αφείστε τη ματιά σας πέρα ως πέρα,
όσα γελούν στο γαλανόν αγέρα
κι όσα στην άγρια ανθίζουν πάνω γη
(χαμόγελα ομορφιάς, πνευμάτων άστρα)
μνημεία, παλάτια, πλούτη, δόξα, κάστρα)
χρωστιούνται στου ίδρωτά μας την πηγή.
****
Στείστε το αυτί στη νύχτιαν ησυχία:
βογγούν υποταγμένα τα στοιχεία
της Φύσης, απ' το χέρι μας αυτό.
Τα τρόπαια των νικών μας χαίρονται άλλοι
μα η θλίψη από τα στήθια του χαμάλη
σήμερα βγαίνει σίδερο καφτό.
****
Παιδιά μας, τον καημό μας κάντε παιάνα,
χτυπείστε τη χαρμόσυνη καμπάνα
πάνου απ' τους τάφους, άντικρυ στο φως,
- μες στη ματιά σας τ' όνειρό μας λάμπει -
λυώστε κάτ' απ' τη φτέρνα σας την κάμπη,
κι ο ήλιος σας παραστέκει γι' αδερφός.
****
Κάτου από της καταστροφής τη στάχτη
σας δίνεται των μαύρων αιώνων τ' άχτι:
Εκδίκησης και Λευτεριάς σπαθί.
Μπρος σας γονατιστός προσμένει ο Χρόνος
να ετοιμαστεί απ' τα χέρια σας ο θρόνος
που η Ζωή δικαιομένη θα σταθεί.
Ι. ΣΟΣΤΙΡ».
Για πρώτη φορά αναδημοσιεύουμε και το παρακάτω ποίημα του Γ. Ρίτσου, επίσης αφιερωμένο στην πρωτοπόρα εργατική τάξη, το οποίο δημοσιεύθηκε στο «Ριζοσπάστη», στις 2 Σεπτεμβρίου 1934, υπό τη βινιέτα «Κόκκινος Στίχος», με τίτλο «Προλετάριοι»:
«Εσύ, εγώ: φελλοί στην τρικυμία.
Εμείς: φλόγες της ίδιας πυρκαγιάς.
Κόσμος πλατύς, σκοπός, καρδιά μας μία
κι οι πίκρες σπαθιά της Λευτεριάς.
Δεν ξέρουμε να κλαίμε, στη ματιά μας
τ' όραμα λάμπει κόκκινης Αυγής,
λυώνουμε τον καϋμό μας στη φωτιά μας
κι οργή ξερνούν τα χείλια της πληγής.
Το "χτες" της ιστορίας το δρόμο παίρνει
και πίσω του ακολουθάει ο κουρνιαχτός,
τις πλάτες μας η μνήμη του κι' αν γέρνει
στο φως του όμως ο δρόμος ανοιχτός.
Ατράνταχτή μας δύναμη το Δίκηο.
Ο,τι δικό μας ξένο ήταν ως χτες
μα η στέρηση λοστός σε χέρι αντρίκιο
βιάζει όσες πόρτες μένουν σφαλιχτές.
Κυριαρχικά περνάμε και τραβάμε.
Ολοι για όλους. Νόμο και δεσμό
ζητάμε την Αγάπη που αγαπάμε
- κύτταρα εμείς, στον ίδιο οργανισμό.
Η ζωή μας κλει τον τάφο, κι απ' τη χτίση
τις ρυπαρές ξεφτάμε ζωγραφιές.
Εχει η καρδιά χαρές να καταχτήσει
κι' ο νους ανυποψίαστες ωμορφιές.
Γ. Σοστίρ»