NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

MIKIS-radio

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Γιάννης Σπάρτακος... Ο Πρώτος Έλληνας της Τζαζ;


Στις 31 Ιουλίου σημπληρώθηκαν 7 χρόνια από τον θάνατο του συνθέτη και πιανίστα Γιάννη Σπάρτακου. Ο Γιάννης Σπάρτακος υπήρξε ο βασικότερος συνεργάτης της Ρένας Βλαχοπούλου στην πρώτη δεκαετία της καριέρας της και διαμόρφωσε σε πολύ μεγάλο βαθμό το ρεπερτόριό της και τον τρόπο ερμηνείας της.
Γιάννης Σπάρτακος:
ένας γόης του ελαφρού τραγουδιού


Το ξεκίνημα

Ο Σπάρτακος γεννήθηκε το 1914. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σπάρτακος-Ιωάννης Αναστασίου αλλά τελικά, για χάρη της πρώτης συζύγου του όπως έλεγε, μετονομάστηκε σε Γιάννης Σπάρτακος. Στα έξι του χρόνια ξεκίνησε τις σπουδές του στο πιάνο ενώ, έφηβος, στα 14, άρχισε να κερδίζει χρήματα συνοδεύοντας στο πιάνο τις προβολές βουβών ταινιών σ’ έναν κινηματογράφο της οδού Μαυρομιχάλη. Στα χρόνια του ’30 ξεκίνησε επίσημα την
καριέρα του σαν πιανίστας στα βαριετέ και τα καμπαρέ της εποχής («καμπαρέ» ονόμαζαν τότε τα κέντρα στα οποία σύχναζε ο καλός κόσμος για να απολαύσει τραγουδίστριες όπως η Σοφία Βέμπο και η Δανάη). Οι πρώτες του επιτυχίες στα χρόνια του ’30 ήταν το θρυλικό «Θα γυρίσεις ξανά» με τη Βέμπο (ο πρώτος της δίσκος στην Columbia και η πρώτη της πολύ μεγάλη επιτυχία), το «Τι κι αν κλαις, τι κι αν πονάς» με τη Δανάη και η «Πιτσιρίκα» με το Τρίο Βάμπαρη (τραγούδι που απέκτησε πολεμικούς στίχους μετά την κήρυξη του πολέμου).


Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Σπάρτακος στην Αμερική

Το καλοκαίρι του ’40 ο Σπάρτακος εργάζεται ως πιανίστας και μαέστρος στό βαριετέ «Όασις» και γνωρίζει τη Ρένα Βλαχοπούλου. Προσέχει αμέσως τη φωνή της και σχεδιάζει να συνεργαστεί μαζί της, αλλά ο πόλεμος θα χαλάσει τα σχέδιά του. Τα καλλιτεχνικά περιοδικά της εποχής μιλούν για τον στρατιώτη Σπάρτακο Αναστασίου που βρίσκεται στο μέτωπο όπως και άλλοι καλλιτέχνες της εποχής (ο Μιχάλης Σουγιούλ, ο Γιώργος Οικονομίδης...).


Στα χρόνια της Κατοχής

Στην Κατοχή συνεχίζει την καριέρα του και κάποια στιγμή, τη σεζόν 1942-43, συναντιέται ξανά με τη Ρένα Βλαχοπούλου, στο θέατρο «Πάνθεον» της οδού Πανεπιστημίου (απέναντι από το «Ρεξ», δεν υπάρχει πια...). Εκεί ανεβάζουν επιθεωρήσεις ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος με πρωταγωνιστές τους Μάνο Φιλιππίδη, Μαρίκα Κρεββατά, Μαρίκα Νέζερ και ο Σπάρτακος γράφει τη μουσική τους μαζί με τον Μιχάλη Σουγιούλ και διευθύνει την ορχήστρα. Η επιτυχία που γνωρίζει με τη Ρένα είναι πρωτοφανής. Ο κόσμος και ο τύπος της εποχής αποκαλούν αρχικά τον Σπάρτακο «Βασιλιά της Τζαζ» ενώ πολύ σύντομα δίνουν και στη Ρένα τον τίτλο της «Βασίλισσας της Τζαζ». Η νεολαία της Αθήνας διασκεδάζει με τους μοντέρνους ρυθμούς της ορχήστρας Σπάρτακου, η τζαζ γίνεται μόδα και εμφανίζονται ορχήστρες τζαζ σε όλα τα θέατρα.



Η Ρένα Βλαχοπούλου σε φωτογραφία από το θέατρο "Πάνθεον"

τη σεζόν 1942-43. Μαζί της το "Τρίο Μουτσάτσος". Αρχηγός του

τρίο ήταν ο Φώτης Πολυμέρης που διηγήθηκε στον Αρτέμη Μάτσα

ότι ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία της Βλαχοπούλου στο "Πάνθεον" 
που κάποτε έκανε 13 "αυλαίες", επανήλθε δηλαδή στη σκηνή για να
χειροκροτηθεί 13 φορές!



Το ρεπερτόριό τους αποτελείται αρχικά από τα ιταλικά τραγούδια τζαζ που διασκευάζει ο Σπάρτακος και ελληνοποιούν με τους στίχους τους οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος: «Νάνι-Νάνι» (“Dormi Bambina”), «Βρέχει, πόσο μ’ αρέσει όταν βρέχει» (“Piove”) και «Το Μπουμπούκι που ‘χεις βάλει στα μαλλιά», όλα μεγάλες επιτυχίες με τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου. Στη συνέχεια γράφουν και οι έλληνες συνθέτες τις δικές τους τζαζ επιτυχίες: ο Σπάρτακος γράφει το «Όταν σκοτεινιάζει», τα «Όνειρα κοριτσιών», «Ένα φιλάκι να σου ‘δινα», που τα λανσάρει η Ρένα, αλλά και το «Αγάπη μου πού να ‘σαι», «Το φιλί που χτες μου έδωσες στο στόμα», που τα πρωτοτραγούδησε η Ηρώ Χαντά με την οποία ο Σπάρτακος ήταν τότε ερωτευμένος (ο Θόδωρος Κρίτας θυμάται στο βιβλίο του Τα πρώτα χρόνια τη Χαντά να ανεβαίνει στη μοτοσικλέτα του Σπάρτακου και να διασχίζουν αγκαλιασμένοι την οδό Πατησίων ως το τέρμα της, όπου ήταν το σπίτι της ηθοποιού), και άλλα. Ακολουθούν ο Κώστας Καπνίσης με το «Γελάς», ο Γ. Καρδαμης με το «Όλοι μας ζηλεύουνε», ο Γιώργος Μυρογιάννης με τα «Μάτια κανακάρικα» (τα δυο τελευταία ερμήνευσε πρώτη η Ρένα Βλαχοπούλου, που παράλληλα με τον Σπάρτακο συνεργάστηκε και με άλλους συνθέτες εκείνα τα χρόνια).

Τα θέατρα παρουσιάζουν επιθεωρήσεις με τίτλους όπως Τζαζ ή Στον ρυθμό της τζαζ, η νέα μόδα σατιρίζεται και στα νούμερα και πολύ σύντομα η ορχήστρα τζαζ προβιβάζεται και ανεβαίνει επί σκηνής: το καλοκαίρι του 1943 ο θίασος Ηρώς Χαντά-Μίμη Κοκκίνη παρουσιάζει την επιθεώρηση Τα ίδια Παντελάκη μου στο θέατρο «Περοκέ». Το ίδιο καλοκαίρι η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδάει τζαζ στην επιθεώρηση Ακουαρέλες που ανέβασε ο Βασίλης Αργυρόπουλος στο θέατρο «Λυρικόν» και τα κείμενα του Ασημάκη Γιαλαμά σατιρίζουν την ίδια την τραγουδίστρια του θιάσου αλλά και τον επιτυχημένο μαέστρο του αντίπαλου «Περοκέ» (που, από ό,τι φαίνεται γνώριζε μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία από το «Λυρικόν»):

Σε κάποιο γειτονικό θέατρο υπάρχει

ένα δανδής μαέστρος εν εξάρσει 

Και δίπλα του οι ηθοποιοί κομπάρσοι!




Ο Μίμης Κοκκίνης, η Ηρώ Χαντά και η ορχήστρα

Γιάννης Σπάρτακου επί σκηνής στο "Περοκέ"


Την επόμενη σεζόν ο Σπάρτακος γίνεται πλέον συνθιασάρχης: θίασος Ηρώς Χαντά-Γιάννη Σπάρτακου στο θέατρο «Μοντιάλ». Σύντομα όμως οι επιχειρηματίες καταλαβαίνουν ότι βασικός πόλος έλξης στα θέατρα αποτελεί η τραγουδιστική εμφάνιση των Σπάρτακου-Βλαχοπούλου, οπότε σιγά-σιγά «καταργούν» τους... κομπάρσους, δηλαδή τον υπόλοιπο θίασο και τα σκηνικά και δίνουν προτεραιότητα στο ντουέτο: στο Σινέ Νιους (το «Άστορ» της οδού Σταδίου), μετά την προβολή των επικαίρων ανοίγει η αυλαία και παρουσιάζεται πρόγραμμα βαριετέ με λίγα νούμερα και πολλή... τζαζ μουσική με το «βασιλικό» τζαζ ντουέτο και την ορχήστρα του Σπάρτακου. Η επιτυχία είναι τεράστια, ο κόσμος συρρέει μαζικά και σύντομα στις καθιερωμένες δύο παραστάσεις προστίθεται μια τρίτη, πρωινή! Μάλλον ο κόσμος που συρρέι ελάχιστα ενδιαφέρεται για τα επίκαιρα, τα μορφωτικά φιλμάκια και τα «Μίκυ Μάους» που γράφει η διαφήμιση της εποχής. Αυτό που μετράει είναι ο Σπάρτακος και η «βασίλισσά του...


Η τζαζ-μανία ικανοποιεί και τους ιταλούς κατακτητές (αφού ιταλικά τραγούδια, έστω και διασκευασμένα στα ελληνικά, φαίνεται να εδραίωσαν τη μόδα αυτή) αλλά και τους Έλληνες (για τους οποίους η τζαζ μουσική αποτελεί ένα είδος σύνδεσης με την Αγγλία και την Αμερική μέσα από τις εκπομπές που ακούν παράνομα από τους ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τρέφει τις ελπίδες τους για τη λευτεριά με την επέμβαση των συμμάχων...). Αν και από κάποιους αμφισβητήθηκε το πόσο τζαζ ήταν τελικά όλη αυτή η τζαζ μουσική (ο Μίμης Πλέσσας, που μετά τον πόλεμο δημιούργησε το δικό του τζαζ κουαρτέτο, θεωρούσε πως τότε, στα χρόνια της Κατοχής, ο κόσμος «μπέρδευε» την ελαφρά μουσική με τη τζαζ), κρίνοντας από τις παρτιτούρες της εποχής και τις μεταγενέστερες ηχογραφήσεις (δυστυχώς δεν σώθηκε τίποτα από τις εκπομπές του Σπάρτακου και της Βλαχοπούλου στο κατοχικό ραδιόφωνο) μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι πράγματι μιλάμε για τζαζ μουσική, μάλλον πιο κοντά στα jazz standards τύπου Tin Pan Alley και όχι στη μουσική της Νέας Ορλεάννης, αλλά πάντως τζαζ! Ο Κώστας Μυλωνάς γράφει πως το "καινούριο που φέρνει ο Σπάρτακος στο τραγούδι είναι η μουσική μεταγλώττιση της αμερικανικής τζαζ στα ελληνικά μέτρα". Δημιουργεί, με άλλα λόγια, "ένα ιδίωμα που στέκεται στο μεταίχμιο της αμερικάνικης και της ελληνικής μουσικής νοοτροπίας" (Ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού, τόμος 1, εκδ. Κέδρος, 1984).



Στο Σινέ Νιους, στις αρχές του ’44, ο Σπάρτακος θα παρουσιάσει τη μεγάλη επιτυχία «Θα σε πάρω να φύγουμε»: στίχοι Αλέκος Σακελλάριος-Δημήτρης Ευαγγελίδης, ερμηνεία Ρένα Βλαχοπούλου. Όπως διηγούνταν ο ίδιος, του έδωσαν οι δυο συγγραφείς τους στίχους και εμπνεύστηκε τη μελωδία πάνω στο τραμ, καθώς πήγαινε στο σπίτι του. Η μεγάλη απήχηση του κομματιού αποδεικνύεται από τις απανωτές εκδόσεις που πραγματοποιεί το «μουσικό τεμμάχιον» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαϊτάνου (και μιλάμε πάντα για την Κατοχή...). Το τραγούδι θα ηχογραφηθεί από πολλούς/ές μετά τον πόλεμο, θα ξεπεράσει, όπως θα δούμε, τα σύνορα της Ελλάδας, ενώ κάποια στιγμή, όπως αναφέρει ο Κώστας Μυλωνάς στην Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού (εκδ. Κέδρος), γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλές στον χώρο της αριστεράς, όπου οι στίχοι παραλάσσονται: «Θα σε πάρω να φύγουμε, μακριά στη Ρωσία»...




Η μεγάλη περιοδεία


Κάποια στιγμή φεύγουν οι Γερμανοί, έρχονται οι Άγγλοι και το κοινό της Αθήνας μπορεί πλέον ελεύθερο να διασκεδάζει με αμερικανικά σουίγκ (αλλά και ελληνικά όπως το «Δέκα μέρες σ’ έχω χάσει» που γράφουν ο Σπάρτακος και ο Σακελλάριος και δοξάζει η Ρένα Βλαχοπούλου). Το καλλιτεχνικό ντουέτο χωρίζει για λίγο καιρό (η Ρένα εμφανίζεται κυρίως σε θέατρα με άλλες ορχήστρες και ο Σπάρτακος σε βαριετέ) αλλά ξανασμίγει στα μέσα του ’46 για να ξεκινήσει μια μεγάλη περιοδεία. Τον Ιούλιο του ’46 γνωρίζουν πρωτοφανή επιτυχία στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια πηγαίνουν στην Αίγυπτο (με εξίσου μεγάλη επιτυχία), στη Μέση Ανατολή (στο κοινό τους και ο Σάχης της Περσίας!) και από εκεί στην Αμερική, όπου θα μείνουν για τρία χρόνια.


Υπογράφουν συμβόλαιο με το περίφημο ατζέντη Lou Leslie που αποφασίζει να παρουσιάσει ένα show σε θέατρο του Broadway με επικεφαλής το ντουέτο «Rena and Spartacus». Φαίνεται όμως πως ο άλλοτε ατζέντης της της Lena Horne δεν είναι πλέον ικανός να βρει τους χρηματοδότες που απαιτούνται αλλά, έχοντας ερωτευτεί τη Βλαχοπούλου, δεν θέλει να τα παρατήσει. Οι πρόβες συνεχίζονται χωρίς να φαίνεται φως στον ορίζοντα, οι δυο καλλιτέχνες σπαταλούν όσα χρήματα είχαν κερδίσει στη Μέση Ανατολή και κάποια στιγμή ο Σπάρτακος ζητάει (επεισοδιακά...) από τον Leslie το συμβόλαιο, το σκίζει και με ένα νέο ατζέντη ξεκινούν την περιοδεία τους σε πολιτείες της Αμερικής, λιγότερα φιλόδοξα πλέον αλλά με ικανοποιητική επιτυχία. Δεν εμφανίζονται μόνο σε ελληνικές παροικίες, όπως άλλοι έλληνες καλλιτέχνες που επισκέπτονται την Αμερική, αλλά και σε αμερικανικά κέντρα, cocktail lounge και jazz clubs. Ένα πρόγραμμα που έχει φτάσει στα χέρια μου μας αποκαλύπτει το ρεπερτόριό τους: τραγούδια του Σπάρτακου (που προφανώς η Ρένα τα έλεγε στα ελληνικά), αλλά και τραγούδια αμερικανικά (πχ. του Irving Berlin—άλλωστε τα αμερικανικά δημοσιεύματα της εποχής αποκαλούσαν τον Σπάρτακο «Έλληνα Irving Berlin»), ισπανικά, γαλλικά και φυσικά το ιταλικό «Piove» («Βρέχει»). Υπάρχει ακόμα ένα spiritual, το «Motherless Child».


Μπορεί τα σχέδια για εμφάνιση στο Broadway να μην ευοδώθηκαν, ωστόσο ο Σπάρτακος γεύτηκε τη διεθνή επιτυχία όταν κάποια στιγμή, ενώ βρίσκονταν στο αυτοκίνητό του με τη Ρένα ταξιδεύοντας για κάποιο σταθμό της περιοδείας τους στην Αμερική, άκουσαν το «Θα σε πάρω να φύγουμε» να εκτελείται από την ορχήστρα του Xavier Cugat. Ο Σπάρτακος είχε από καιρό δώσει την παρτιτούρα σε κάποιον ατζέντη, χωρίς να περιμένει πολλά, και το τραγούδι μετονομάστηκε σε «Greek Bolero» για να ακολουθήσει τη δική του καριέρα στις ορχήστρες όλου του κόσμου (η ηχογράφηση του Cugat αλλά και η ηχογράφηση του Jan August περιέχονται στο τριπλό CD 70 χρόνια Γιάννης Σπάρτακος που περιλαμβάνει τα άπαντα του συνθέτη στις 45 και 33 στροφές).


Μετά την Αμερική

Τον Αύγουστο του 1951 η Ρένα Βλαχοπούλου αποφασίζει να επιστρέψει στη Ελλάδα αλλά ο Σπάρτακος παραμένει λίγους μήνες ακόμα. Θα γυρίσει στις αρχές του ’52, αλλά σύντομα θα φύγει και πάλι για μια νέα περιοδεία, αυτή τη φορά στην Ευρώπη, έχοντας για παρτενέρ του το διάσημο «αηδόνι της Χιλής», τη Ροζίτα Σεράνο, με την οποία ήταν ζευγάρι και στη ζωή. Και σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι πάρα πολύς κόσμος υποστήριζε ότι ο Σπάρτακος και η Βλαχοπούλου ήταν εκτός από καλλιτεχνικό και «κοινό» ζευγάρι (οι αθηναϊκές εφημερίδες στα χρόνια του ’40 μετέφεραν τις φήμες που κυκλοφορούσαν στα καλλιτεχνικά παρασκήνια όταν έφταναν οι φωτογραφίες από την περιοδεία τους στις οποίες οι δυο νέοι πόζαραν δίπλα-δίπλα στον φακό, πράγμα όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο τότε στην Ελλάδα). Κάποιοι λέγανε μάλιστα ότι υπήρξε και γάμος στην Αμερική! Ωστόσο και οι δυο καλλιτέχνες διέψευδαν αυτή τη φήμη μέχρι το τέλος της ζωής τους και έτσι κλείνουμε το θέμα εδώ... Η περιοδεία με τη Σεράνο ολοκληρώνεται το 1957 και ο Σπάρτακος επιστρέφει στην καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας. Εμφανίζεται στα «Αστέρια», το αριστοκρατικό κέντρο της κοσμικής Αθήνας, και κοινό του είναι η υψηλή κοινωνία, ο Ωνάσης με την Κάλλας (ο Ωνάσης μάλιστα τον έπαιρνε ως πιανίστα στα ταξίδια που έκανε με τη θαλαμηγό του).



Η Ροζίτα Σερράνο, το αηδόνι της Χιλής

(που έδωσε το όνομά της και στη γνωστή πάστα...)

Στις 23 Αυγούστου του 1957 τα Νέα γράφουν πως η Ρένα Βλαχοπούλου επισκέφτηκε το κέντρο στο οποίο εμφανίζεται ο Σπάρτακος «Για πρώτη φορά, ύστερα από δέκα χρόνια, η Ρένα Βλαχοπούλου συνηντήθη προχθές σε κοσμικό κέντρο των Αθηνών με τον άλλοτε συνεργάτη της συνθέτην Σπάρτακο και ετραγούδησε παλαιές των επιτυχίες». Η τζαζ δεν είναι πια τόσο δημοφιλής όσο στα χρόνια του ’40, η Ρένα Βλαχοπούλου έχει ήδη ξεκινήσει μια νέα καριέρα ως ηθοποιός στο θέατρο και το σινεμά, αλλά η έκτακτη αυτή συνάντηση θα θυμίσει πολλά στις Αθηναίες και τους Αθηναίους από τα χρόνια που το ασυναγώνιστο ντουέτο χαλούσε κόσμο στα θέατρα της κατοχικής Αθήνας.