NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Σέρβικο ποίημα για τον ΡΗΓΑ του VOJLSAV ILITCH










Γνωριστήκαμε  αυτές τις μέρες, κορυφή πανεπιστημιακής μόρφωσης με ατελείωτο βιογραφικό, δίδαξε κυρίως στο εξωτερικό ο κύριος Πάνος Καραγιώργος.
                                         Νίκος Θεοδωράκης.


Πάνος Καραγιώργος:

Η βιβλιογραφία για τον πρωτομάρτυρα της Ελευθερίας Ρήγα Φεραίο συνεχώς εμπλουτίζεται. Στο προηγούμενο Συνέδριο για τον Ρήγα που έγινε στο Βελεστίνο τον Οκτώβριο του 1997, είχα την ευκαιρία να ανακοινώσω άγνωστο ποίημα για τον θάνατο του εθνομάρτυρα  δημοσιευμένο από τη διακεκριμένη Αγγλίδα ποιήτρια Elizabeth Barrett Browning. Το ποίημα εκείνο το μετέφρασα στα Ελληνικά και δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά του Συνεδρίου (σ. 705-711). Σήμερα βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ένα
ακόμα ποίημα, Σέρβου ποιητή αυτή τη φορά, επίσης για τον θάνατο του Ρήγα. Επιγράφεται «Ο Κήρυκας της Λευτεριάς».
Ο Σέρβος ποιητής Βόγισλαβ  Ίλιτς (Vojislav Ilitch, 1860-1894) ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Γιοβάν Ίλιτς, ενός διακεκριμένου ποιητή της πρώτης γενιάς των Σέρβων ρομαντικών ποιητών.* Γεννήθηκε στο Βελιγράδι, όπου και μπήκε στον κύκλο των ποιητών που σύχναζαν στο σπίτι του πατέρα του. Λόγω της ασθενικής υγείας του, δεν μπόρεσε να αποπερατώσει τις νομικές σπουδές του. Νυμφεύθηκε τη θυγατέρα ενός άλλου περίφημου Σέρβου ρομαντικού ποιητή, του Jakshich, και τόσο τα παιδιά τους όσο και η σύζυγος πέθαναν πριν από τον ίδιο, ο οποίος επίσης πέθανε νέος από φυματίωση, στα 34 χρόνια του, στην Πρίστινα, όπου υπηρετούσε στο Σερβικό Προξενείο. Ο Βόγισλαβ Ίλιτς αποτελεί καμπή στη σερβική ποίηση του 19ου αιώνα.  Αναγνωρίστηκε και επαινέθηκε από τους πλέον σημαντικούς λογοτεχνικούς κριτικούς της εποχής του. Διέφερε από την προηγούμενη γενιά, όσον αφορά τις αξίες και τα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά, τα θέματα, τα μοτίβα, τη στιχουργία, το ποιητικό όραμα, την έκφραση. Τα θέματά του τα έπαιρνε από τον λογοτεχνικό κόσμο του μακρινού παρελθόντος, τόσο του σερβικού και σλαβικού όσο και άλλων εθνών, από τον ελληνικό, τον ρωμαϊκό και τους θρύλους της Ανατολής. Μοτίβα του είναι τα ερείπια, τα μνήματα, οι τάφοι, η μουντή ύπαιθρος, η βλάστηση και τα λουλούδια που τους λείπει η μυρωδιά και τα χρώματα, επίσης το λυκόφως, το λυκαυγές, η νύχτα, το νερό, η γαλήνη, η καταχνιά κτλ. Ο Ίλιτς είναι ελεγειακός και μελαγχολικός ποιητής.
Ως ποιητής εγκατέλειψε το παραδοσιακό τροχαϊκό μέτρο και χρησιμοποίησε τον ίαμβο και το εξάμετρο που ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία του, τη διάθεσή του και τον τρόπο της σκέψης του. Διατήρησε όμως τα βασικά χαρακτηριστικά τού ρομαντικού κινήματος, επειδή οι δεκαετίες του 1880 και του 1890 χαρακτήριζαν ακόμα τις εθνικές διεκδικήσεις για ελευθερία και ανεξαρτησία ολόκληρου του έθνους και την επανάκτηση των μεσαιωνικών εθνικών συνόρων (το όνειρο που τραγικά διακόπηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις κατά τον 20ο αιώνα και ιδιαίτερα κατά το πρόσφατο παρελθόν). Έτσι στα μελαγχολικά συναισθήματά του διατήρησε τα πρωιμότερα ρομαντικά χαρακτηριστικά στην ποίησή του προσθέτοντας σ’ αυτά εντυπωσιακά καλλιτεχνικά στοιχεία. Έγραψε επίσης πολλά σατιρικά ποιήματα σχετικά με την πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής του και τις απομιμήσεις της Δύσης. Τον ακολούθησαν οι καλύτεροι Σέρβοι ποιητές των αρχών του 20ού αιώνα και η σερβική ποίηση ωρίμασε ακολουθώντας τα  χνάρια του.
Ανάμεσα στα ποιήματα που έγραψε ο Ίλιτς είναι και ένα για τον θάνατο του Ρήγα. Αμέσως πιο κάτω παρατίθεται το πρωτότυπο κείμενο του ποιήματος στη σερβική γλώσσα και ακολουθεί η μετάφρασή  του που έκανα στα  Ελληνικά, βασισμένη στη μετάφραση στα Αγγλικά που έκανε για χάρη μου ο  συνάδελφός μου στο  Πανεπιστήμιο του  Βελιγραδίου  κ. Vujadin Milanovich.
GLASNIK SLOBODE

U tvrdjavi beogradskoj stara kula i sad stoji

Shto vremena tok sumorni u mrtvome miru broji.

Mnogi borac za slobodu, u mukama nechuvenim,
Skonchao je dane svoje pod visokim krovom njenim.
Tu Dunavo hladno shumi, i u shumu mutnih vala
Jecanje se chuje notju s mrachne kule i obala.
A s bedema porushenih, gde krzhljava zova niche,
Strashna sova jasno kreshti i strazha se u notj kliche.
Jednog dana, dosta davno, teshka njena brava shkrinu
I tavnichar bledog stranca posla kuli u dubinu.
Al’ on gordo digô glavu, a s nje pada kosa duga,
Na licu mu tezhak umor a u oku plamen juga.
To je Riga, sin Jelade, majsko sunce koju greje,
I potomak hrabrih Grka s Maratona i Plateje.
On podizhe ruku desnu, (na grudi mu leva pala)
Pa govori strazhi svojoj, shto se zbila kraj mashala:
”Otmanova mrska deco, mrak neka mi telo krije,
Al’ duh moj tje tek da zhivi, duh slobodan eno gdi je.
Duh tje  ovaj glasnik biti za narode Balkanu,
Da ne klonu u nadezhdi beloj zori, jasnom danu.
Opustetje dvori vashi, a ostatje kula stara,
Da sacheka novo doba, opshta ljubav koje stvara.”
U tom chasu s mrachne kule orô suri naglo prnu,
Strashno odbi snazhnim krilom i u notj se izvi crnu.

* *  *

U tvrdjavi beogradskoj stara kula joshte stoji,

Shto vremena tok sumorni u mrtvome miru broji.

Tu Dunavo hladno shumi, i u shumu mutnih vala
Jecanje se notju chuje s mrachne kule i obala —
A s bedema porushenih, gde krzhljava zova niche,
Strashna sova jasno kreshti i strazha se u notj kliche.

Voyislav Ilitch

Ο ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

Στο κάστρο του Βελιγραδιού ακόμα ο πύργος στέκει


και του καιρού το πέρασμα τ’ ανιαρό μετράει.

Tης Λευτεριάς αγωνιστές μ’ ανήκουστα μαρτύρια

ζήσαν τις ύστατες στιγμές κάτω απ’ τη σκεπή του.
Κοντά στον κρύο Δούναβη και στα θολά νερά του
ακούγονται οι στεναγμοί από τον μαύρο πύργο.
Στους γκρεμισμένους τοίχους του κουφοξυλιά φυτρώνει
απ’ όπου απαίσιο σκούξιμο μια κουκουβάγια βγάζει.
Κάποτε, σε παλιούς καιρούς, οι κλειδαριές ετρίξαν
κι ο φύλακας στην άβυσσο έσπρωξε έναν ξένο.
Αλλά αυτός περήφανα σηκώνει το κεφάλι,
στην όψη του η κούραση, στα μάτια φλόγα Νότου.
Ήταν ο Ρήγας, γιος του Μάη, της λιόφωτης Ελλάδας,
βλαστός Ελλήνων μαχητών Πλαταιών και Μαραθώνα.
Το δεξί χέρι σήκωσε (στο στήθος του το άλλο)
κι έτσι μιλά στους φύλακες που τον περικυκλώσαν:
«Σεις μισητοί Οθωμανοί, το σώμα μου ας σκεπάσει
η σκοτεινιά, το πνεύμα μου όμως θα ζει για πάντα.
Το πνεύμα αυτό ο κήρυκας θα γίνει στα Βαλκάνια,
να μη δειλιάσουν οι λαοί μέρα λαμπρή να δούνε.
Θα πέσουν τα σαράγια σας, αλλά θα μείνει ο πύργος
να καρτερεί νέα εποχή, που η αγάπη χτίζει».
Τότε απ’ τα τείχη αετός γκρίζος φτεροκοπάει
και μ’ έναν πάταγο πετά μέσα στην άγρια νύχτα.

* * *

Στο κάστρο του Βελιγραδιού ο παλιός πύργος στέκει


και του καιρού το πέρασμα τ’ ανιαρό μετράει.

Κοντά στον κρύο Δούναβη και στα θολά νερά του

ακούγονται οι στεναγμοί από τον μαύρο πύργο.
Στους γκρεμισμένους τοίχους του κουφοξυλιά φυτρώνει,
απ’ όπου απαίσιο σκούξιμο μια κουκουβάγια βγάζει.

Είχα ετοιμάσει τη μετάφραση του ποιήματος και είχα συγκεντρώσει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Ίλιτς, όταν, σε ανύποπτο χρόνο, ο Κερκυραίος φίλος κ. Σπύρος Αναγνωστόπουλος, με αφορμή τη συνωνυμία του επωνύμου μου με το επώνυμο του Σέρβου πολιτικού ηγέτη Καραγεώργεβιτς, μού χάρισε φωτοαντίγραφο ενός δυσεύρετου σήμερα βιβλίου του αείμνηστου θείου του Κώστα Πασαγιάννη (1872-1933) με τίτλο Σέρβικα Τραγούδια (Αθήνα, 1919). Φυλλομετρώντας το βιβλίο αυτό, είχα μια ευχάριστη έκπληξη: βρήκα το ποίημα του Ίλιτς μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τον Κώστα Πασαγιάννη.
* Ανακοίνωση στο Δ΄ Διεθνές Συνέδριο για τον Ρήγα, Βελεστίνο, 2-5 Οκτ. 2003. Δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά του Συνεδρίου Υπέρεια, τόμος Δ΄, σ. 575-581.