NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Ελλήνων μετανάστευση. Γιατί φεύγουν οι νέοι στο εξωτερικό;


  Πάνω από 120.000 πτυχιούχους υπολογίζονται οι νέοι μετανάστες που αφήνουν την Ελλάδα για άλλες πολιτείες. Στην εκδήλωση του Παιδαγωγικού του ΑΠΘ, παρουσιάστηκε η έρευνα του καθηγητή οικονομικής γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Λόη Λαμπριανιδη, για τους λόγους που οι νέοι αφήνουν την Ελλάδα.
  Σύμφωνα με τις απαντήσεις όσων έχουν φύγει στο εξωτερικό, το 74,8 % λόγω καλύτερης επαγγελματικής εξέλιξης, το 70,5% καθώς βρήκε ενδιαφέρουσα δουλειά στο αντικείμενο των σπουδών του, το 60,1% για απόκτηση γνώσεων στο αντικείμενο των σπουδών του, το 51,8% λόγω ικανοποιητικής αμοιβής και το 51,4% δεν μπόρεσε να βρει δουλειά στην Ελλάδα ανάλογη με το επίπεδο των σπουδών του.
  Σύμφωνα με τον κ. Λαμπριανίδη οι νέοι μετανάστες έχουν σε ποσοστά πάνω από 50% μάστερ ή διδακτορικό, μόνο ένα 17% είχε μόνο ένα πτυχίο όταν βρήκε την πρώτη του δουλειά στο εξωτερικό ενώ το 61% δεν αναζήτησε εργασία στην Ελλάδα πριν φύγει.
  Για την ιστορία:  Στη δωδεκαετία 1961-1973 μετανάστευσαν στη Γερμανία (μόνο από την ενδοχώρα της Βόρειας Ελλάδας) περί τα δύο εκατομμύρια Ελληνες. Το προφίλ του προ 50ετίας Έλληνα μετανάστη ήταν: άνδρας (στη συνέχεια ακολουθούσε η γυναίκα - αδελφή, σύζυγος, κόρη κ.λπ.), ηλικίας 20 - 40 ετών, απόφοιτος δημοτικού σχολείου, αγρότης ή απλώς ανειδίκευτος εργάτης και ... κυρίως υγιής (ώστε ο εργοδότης και η χώρα υποδοχής να μην "χρεωθεί" τα όποια έξοδα περίθαλψης και νοσηλείας του).Οι γερμανικές επιτροπές μετανάστευσης εγκαταστάθηκαν σε μεγάλες ελληνικές πόλεις και σε συνεργασία με ειδικούς γιατρούς επέλεγαν το νεό εργατικό δυναμικό για τη στελέχωση των βιομηχανιών και την επανασύσταση της εθνικής οικονομίας της Γερμανίας - λίγα χρόνια μετά την πολιτική και οικονομική της κατάρρευση. Μόνο τη διετία 2009 - 2011, οι Έλληνες που μετανάστευσαν σε χώρες κυρίως της δυτικής και βόρειας Ευρώπης και της Αμερικής ξεπερνούν (σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις και άτυπες καταγραφές) τα 120.000 άτομα.Το - υπό διαμόρφωση - προφίλ του σύγχρονου Έλληνα
μετανάστη είναι πλέον διαφορετικό: άνδρας (σε ποσοστό 60-70%), ηλικίας 30 - 40 ετών (συχνά πολύ μεγαλύτερος), απόφοιτος (σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60%) ελληνικών η ξένων πανεπιστημίων, κάτοχος μεταπτυχιακών ή διδακτορικών τίτλων, γόνος μεσοαστικής ή μεγαλοαστικής οικογένειας. Η χώρα υποδοχής δεν είναι πλέον η όποια κεντροευρωπαϊκή υπό βιομηχανική υπερ-ανάπτυξη, αλλά η χώρα των σπουδών και κυρίως οι αγγλόφωνες χώρες (ΗΠΑ, Βρετανία και κεντρική Ευρώπη). Οι αγρότες - ανειδίκευτοι εργάτες είναι τώρα μηχανικοί, τεχνικοί ηλεκτρονικών υπολογιστών, γιατροί...Οι γερμανικές επιτροπές μετανάστευσης δεν υπάρχουν πια. Τη θέση τους πήραν τα ηλεκτρονικά ευρωπαϊκά πόρταλ για την εύρεση εργασίας επιστημόνων από τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου στις αναπτυγμένες χώρες εισδοχής.Οι συνθήκες δεν είναι ίδιες. Σήμερα δεν γράφονται τραγούδια "της ξενιτιάς", οι μετανάστες δεν φτάνουν στο ..."σταθμό του Μονάχου", αλλά στο αεροδρόμιο του Χίθροου ή της Φρανκφούρτης, ο "άλλος" δεν είναι πια ο "ξένος" και αλλόγλωσσος - "φρόντισε" το διαδίκτυο αλλά και τα ταξίδια των νεών απο νεαρή ηλικία στο εξωτερικό - και η επικοινωνία με την ελληνική οικογένια που παραμένει "πίσω" γίνεται με το skype (σκάιπ) ή έστω το τηλέφωνο, που δεν στοιχίζει πλέον 55 δολάρια ανά τρίλεπτο, όπως στη δεκαετία του '50 στην Αμερική.
  “Τη φρικιώδη κατάστασιν των Ελλήνων αναγιγνώσκομεν εν τη Δέμβερ του Κολοράδου συναδέλφω “Νέα”. Κατά την εν συναδέλφον ταύτην, ήτις δημοσιεύει εν πλάτει την έκθεσιν του εκεί αστυάτρου, 800 Έλληνες ζώσιν υπό τους χειρίστους της υγιεινής και ανθρωπότητος κανόνας. 
 Η αστυνομία εύρε περί τους 25 Έλληνας κοιμώμενους και διαιτωμένους εις εν στενότατον δωμάτιον.  Αμέσως η αστυνομία εξεδίωξε τούτους εκείθεν και απολύμανε καταλλήλως το δωμάτιον τούτο, εξ ού ηπειλείτο η υγεία του περίοικου πληθυσμού. Ένεκα τούτου η συνάδελφος εφημερίς επιτίθεται δρυμήτατα κατά των Ελλήνων, λέγει δ’ ότι εκ της ελεεινής τούτων υγιεινής καταστάσεως απειλείται η υγεία όλης της πόλης”.

Μη μου πείτε…δεν μοιάζει πολύ με ανακοίνωση “αγανακτισμένων κατοίκων”; (βλέπε Άγιος Παντελεήμονας).

Μόνο που είναι γραμμένη στην καθαρεύουσα και εναντίον Ελλήνων μεταναστών. Το απόσπασμα είναι από την εφημερίδα Αστήρ του Σικάγου με ημερομηνία 5/3/1909. Αναφέρεται στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Μιχάλη Γ. Τσάκαλου Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, από τις εκδόσεις Αιγέας.

Το βιβλίο είναι επίκαιρο (και χρήσιμο) σε μια εποχή αντιμεταναστευτικής υστερίας. Σε μια περίοδο που τα “παράθυρα” της πρωινής ζώνης της τηλεόρασης βρίσκονται υπό κατάληψη από δεξιούς και ακροδεξιούς ρατσιστές, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε την κατάσταση που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες μετανάστες στις χώρες υποδοχής τους.

Όταν κάποιος υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα χώρα αποστολής μεταναστών, η πιο κλασσική αντίδραση των εθνικιστών ρατσιστών (και όχι μόνο…) είναι να περιγράφουν την ελληνική μετανάστευση με ωραιοποιημένο τρόπο. Περιγράφουν μια εντελώς ψευδή-μαγική εικόνα Ελλήνων μεταναστών που ήσαν (υποτίθεται) καλοδεχούμενοι στις χώρες υποδοχής γιατί “εργάζονταν τίμια” και “δεν έκλεβαν ούτε βίαζαν ούτε σκότωναν όπως οι ξένοι που έχουν μαζευτεί στην Ελλάδα”.

Η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική.
Οι Έλληνες μετανάστες ήσαν θύματα άγριου ρατσισμού όπως είναι σήμερα οι μετανάστες στην Ελλάδα. Στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ (αλλά και αργότερα στην Αυστραλία) αντιμετωπίζονταν ως φυλετικά κατώτεροι:

“Η έννοια του λευκού που σήμερα περιλαμβάνει κάθε άτομο ευρωπαϊκής καταγωγής, τότε περιοριζόταν αποκλειστικά για τους ανθρώπους με αγγλοσαξονική ή βορειοευρωπαϊκή προέλευση.

Οι Έλληνες θεωρούντο φυλετικά ανάμεικτοι, γενετικά κατώτεροι από τους δήθεν αμιγείς προγόνους τους, και, ως εκ τούτου, ανίκανοι ακόμα και να προσεγγίσουν τα επιτεύγματά τους. Στο βαθμό που αυτοί οι συγγραφείς έβλεπαν τους Έλληνες σαν κατώτερους και μη λευκούς και τους περιφρονούσαν γι αυτό η συμπεριφορά τους ήταν καθαρά ρατσιστική” (σ. 196).