NIKOS THEODORAKIS

NIKOS THEODORAKIS
«"Δημόσια χρέη"! Η εργατική τάξη ξέρει ότι τα χρέη αυτά δεν είναι δικά της και όταν πάρει την εξουσία θα αναθέσει την εξόφλησή τους σε εκείνους που τα έκαναν». (Λένιν, Απαντα, τόμος 33ος, σελ. 203)

MIKIS-radio

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω!... Του Μίκη Θεοδωράκη



Ήταν ένας κόκκινος τόμος: ο Διονύσιος Σολωμός με πρόλογο του Πολυλά. Ένα βιβλίο που μεγάλωσα μαζί του. Το θυμάμαι, παιδί στο Αργοστόλι, σε περίοπτη θέση της βιβλιοθήκης του πατέρα μου, που την είχαμε πάντοτε μαζί μας όταν μετακομίζαμε από πόλη σε πόλη, σε κάθε μετάθεσή του ως διευθυντή νομαρχιών ανά την Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Έτσι ήταν που ο Σολωμός βρέθηκε από τότε, και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα αδιάλειπτα να βρίσκεται, μέσα στην καρδιά και τη σκέψη μου. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι το έργο του με σημάδεψε. Ήταν, μαζί με τον Παλαμά, η πλατιά πόρτα που άνοιξε για μένα στην ελληνική αλλά και την παγκόσμια γραμματεία. Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν και η πρώτη οδός της μύησής μου στα μεγάλα ιδανικά για τα οποία πάλεψα σε όλη μου τη ζωή: αυτά της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της πατρίδας.

Ακόμα θυμάμαι, σαν να είναι τώρα, παιδί στην Τρίπολη, όταν πια είχαν μπει οι Γερμανοί, πόση δύναμη έπαιρνα από την ποίησή του και πόσο αυτή οδήγησε από τότε τις πράξεις μου. Ήταν ο δάσκαλός μου. Διάβαζα ασταμάτητα τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Αντρέγεφ, τον Νίτσε, τον Σοπενχάουερ, άρχιζα μετά να μελετώ τον Μπαχ, τον Μπετόβεν και τον Μπραμς, αλλά ο Καρυωτάκης, ο Παλαμάς και, κυρίως, ο Σολωμός, ήταν οι πραγματικοί δάσκαλοί μου. Διάβαζα μαζί τις Γραφές και, με όλους αυτούς τους οδηγούς, αναζητούσα το ιδεατό. Αλλά θυμάμαι και τις γεμάτες υπερηφάνεια διηγήσεις του παππού μου τα βράδια στα Γιάννενα: «Κάναμε την ίδια διαδρομή με τους Σολωμούς», έλεγε ο Μιχαήλ Θεοδωράκης στον πατέρα μου καθώς συζητούσαν τις κρύες νύχτες του χειμώνα πλάι στη σόμπα. «Στην πρώτη επανάσταση του τάδε έτους, πήγαμε στη Σύρο. Στη δεύτερη, στη Ζάκυνθο. Οι Τούρκοι καίγανε τα σπίτια μας, τα δέντρα, τα κτήματα. Μετά γυρίζαμε και φτου και απ' την αρχή». 

Ο Σολωμός, παιδί στην Κέρκυρα, πήγαινε στην εκκλησία και έψελνε το «Κύριε Ελέησον», με μοναδικό, λέγανε από γενιά σε γενιά, τρόπο. Αυτό ήταν και το κύριο επιχείρημα του πατέρα μου για να τον ακολουθώ τις Κυριακές στην εκκλησία: το γεγονός ότι ο μικρός Σολωμός όχι μόνον πήγαινε, αλλά και έψελνε. Και το έκανα· εκεί βυθίστηκα μέσα στο απέραντο μεγαλείο της βυζαντινής μας μουσικής παράδοσης. «Ο Σολωμός σπούδασε νομικά», ήταν η επόμενη συζήτηση. «Όμως δεν δικηγόρησε ποτέ», απαντούσα. «Σπούδασε κι εσύ, και μην δικηγορήσεις!» ανταπαντούσε ο πατέρας μου. Το έκανα κι αυτό. Κι όταν εν μέσω της Κατοχής άκουσα για πρώτη φορά την Ενάτη του Μπετόβεν στην Τρίπολη, στον κινηματογράφο, σε ένα φιλμ της γερμανικής προπαγάνδας, τότε κατάλαβα βαθιά μέσα μου το νόημα των στίχων του: «Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του». Είχαν πια όλα συντελεσθεί.


Όμως εγώ είχα αποφασίσει ότι θα πήγαινα ένα ουσιαστικό βήμα πιο πέρα: ο Σολωμός έγραψε μεν ένα αριστούργημα για την πολιορκία του Μεσολογγίου, έκλαψε γι’ αυτήν, αλλά δεν συμμετείχε. Εγώ, δεν ενέκρινα αυτή τη στάση. Ήθελα να συμμετέχω. Ήθελα να είμαι εκεί. Και αυτό έκανα. Πάντα. Έτσι, λίγο καιρό αργότερα, έχοντας πια βγει στην Αντίσταση, κυνηγημένος και κρυμμένος στην αρχή στην Αθήνα, στην Πλάκα και, στη συνέχεια, στο συνοικισμό της Καλλιθέας, θα έγραφα την Πρώτη Συμφωνία μου και στο τέλος της θα προσέτρεχα στον Σολωμό: «Αύριο θα κόψουμε / κάτι λουλούδια / αύριο θα ψάλουμε / κάτι τραγούδια / εις την πολύανθη / Πρωτομαγιά». Αλλά ένα σφίξιμο στο μέρος της καρδιάς επέμενε να μου λέει ότι δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει ποτέ πολύανθη Πρωτομαγιά.


Στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, όπως πάντα στα έργα του, ο Σολωμός “παγίδευσε” τη μουσική μέσα στο στίχο του. Τη μουσική που ο Μάντζαρος τη βρήκε, την ανέσυρε, την έκανε κτήμα όλων μας, με τον τρόπο που μόνον η μεγάλη μουσική, το ιερό αυτό μυστήριο, μπορεί να το πετύχει. Ολόκληρη η ποίηση του Σολωμού, άλλωστε, ήταν αυτός ο αγώνας, να γράψει μουσική με σκέψη και με λόγο. Και ίσως γι’ αυτό υπήρξε τόσο δύσκολος στην τελική διατύπωση. Το ένα σχέδιο ακολουθούσε το άλλο. Έψαχνε για την τελειότητα. Όμως ποια; Μήπως προσπαθούσε το ακατόρθωτο, να μετουσιώσει το λόγο σε μουσική; Εγώ, μελετώντας τον αδιάκοπα, ανακάλυπτα διαρκώς νέα μουσική: μια παράξενη αρμονία γέμιζε το πνεύμα μου. Και θα περνούσαν δεκαετίες ασταμάτητης επαφής και αναζήτησης του “ήχου” μέσα στον σολωμικό στίχο, μέχρι την Τρίτη Συμφωνία μου, στην οποία θα μελοποιούσα εκείνη τη στροφή που χτύπησε βαθιά μέσα μου στα 1940: «Τώρα που η ξάστερη / νύχτα μονάχους / μας ηύρε απάντεχα / και εκεί στους βράχους / σχίζεται η θάλασσα / σιγαλινά»... Και δεν ήταν οι μόνοι στίχοι του για τους οποίους έγραψα μουσική, καθώς την ίδια παγκόσμια αρμονία, το ίδιο ηθικό αίτημα με τον Σολωμό αναζητούσα και αναζητώ σε όλη μου τη ζωή και με όλη μου την τέχνη.


Στις αρχές του έτους 1950 είχα βρεθεί με τον Μιχάλη Κατσαρό στην Αθήνα, στη Ζαλοκώστα, στον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, όπου ο Μιχάλης προσπαθούσε να πάρει άδεια για να κάνει μία ποιητική εκπομπή. Ο υπεύθυνος ταγματάρχης τον ρώτησε τι θα λέει. Κι ο Μιχάλης άρχισε να απαγγέλει τον Εθνικό Ύμνο, αυτό το μέγα αριστούργημα του Σολωμού. Εγώ, για να τον βοηθήσω, άρχισα αμέσως να τραγουδάω μαζί την Ενάτη του Μπετόβεν, το τελευταίο μέρος, το ποίημα του Σίλερ. Ο ταγματάρχης φούσκωσε από εθνικό παλμό και προσέλαβε ευθύς τον Κατσαρό. Αργότερα, τον έκανε διευθυντή του Δελτίου των Ειδήσεων. Εγώ υπηρετούσα τότε στο σταθμό ως μουσικός. Αυτό, μέχρι να έρθει στο Α2 ο φάκελός μου. «Πώς είναι δυνατόν ένας κουμμουνιστής να υπηρετεί στο σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων!» είπε τώρα ο ίδιος ταγματάρχης, που μου ανακοινώνει περιφρονητικά πως τον ξεγέλασα – όμως οι υπηρεσίες αγρυπνούν και το φύλλο πορείας είναι έτοιμο. Κι έτσι, από τη Ζαλοκώστα, στις 10 Ιανουαρίου 1950, βρέθηκα ξαφνικά στην Αλεξανδρούπολη...


Με όλα αυτά, μπορεί λοιπόν να καταλάβει κανείς πώς ένιωσα όταν ο παλιός συνεξόριστος και φίλος μου στη Δάφνη της Ικαρίας Φώτης Φωτόπουλος, που είχε βρεθεί πια στο Ανατολικό Βερολίνο την εποχή που εγώ βρισκόμουν ήδη στο Παρίσι, σε ένα γράμμα του μου ζήτησε να στείλω έργα μου για να τα δείξει στον διάσημο μαέστρο Όλαφ Κοχ, αυθεντία στον Μπαχ, διευθυντή της Ορχήστρας Δωματίου του Βερολίνου. Η αδελφή του Φώτη, η Πόπη, ασχολιόταν με τη μουσική και ήταν δική της πρόταση. Έστειλα την Τρίτη Σουίτα μου, έφτασε στον Κοχ, κι εκείνος είπε πώς του άρεσε. Ήθελε να την παρουσιάσει. Όμως, έπρεπε πρώτα να εγκρίνει το κείμενο η αρμόδια “Ιδεολογική Επιτροπή” του Βερολίνου. Το κείμενο ήταν «Η τρελή μάνα» του Σολωμού. Οπότε ο Φώτης, για να τους συγκινήσει, έκανε τη σολωμική μάνα του 1830 μάνα αντάρτισσα του 1948, που χάνει στον πόλεμο τα δύο παιδιά της, αντάρτες-κομμουνιστές! Απογοητευμένος ο Φώτης μού γράφει στο Παρίσι: «Μόλις διάβασε το αναπλασμένο κείμενο ο υπεύθυνος, μου είπε: “Μόνο δύο νεκροί; ” Και το απέρριψε...»


Έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από την Τρίπολη, αλλά και σαράντα χρόνια από μία άλλη μεταγενέστερη “διαμονή” μου στα αρκαδικά βουνά με... έξοδα του ελληνικού κράτους, από την εποχή που ένα ολόκληρο τάγμα χωροφυλάκων της Χούντας με φύλαγε κλεισμένο στη Ζάτουνα, μη επιτρέποντάς μου να δω άνθρωπο, χωρίς να μπορώ να μάθω τι συμβαίνει και, κάθε μέρα, χωρίς να ξέρω αν η επομένη μέρα το πρωί θα με έβρισκε ζωντανό... Διάβαζα και έγραφα ασταμάτητα, αν και δεν μπορούσα να παίξω αυτά που έγραφα: υπήρχαν σοβαρές υποψίες ότι θα ενεργοποιούσαν το διάταγμα του Αγγελή που απαγόρευε να παίζεται η μουσική μου, κυρίως από εμένα τον ίδιο που είχα... απαγορευτεί ολόκληρος, και θα με οδηγούσαν νύχτα σε έκτακτο στρατοδικείο. Ανάμεσα στα έργα εκείνης της εποχής, και τα Θούρια. Και ανάμεσα στα Θούρια, η επιστροφή μου στον Σολωμό, που ήταν πάλι εκεί, μαζί μου: «Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω!»...


Όπως λοιπόν και τότε στη Ζάτουνα, έτσι και σήμερα γυρίζω πάλι προς τον Σολωμό, στουςΕλεύθερους Πολιορκημένους που είμαστε ξανά, στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν που πρέπει και πάλι να διαβαστεί και να ακουστεί, περισσότερο από ποτέ. Ως Έλληνας, συγκινούμαι όσο κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα στο άκουσμα του Εθνικού Ύμνου, που είναι ολόκληρος αφιερωμένος στην Ελευθερία και γι’ αυτή μιλά. Είναι ολόκληρος αφιερωμένος στην Ελλάδα και στα ιδανικά της, στην αποτίναξη κάθε ξένης εξάρτησης, παρέμβασης και δουλείας, που, όπως από πολύ νωρίς είχε δει ο Σολωμός, ήταν πηγή καταστροφών γι’ αυτό τον τόπο και για το λαό του, όπως ακριβώς πάντοτε πίστευα και πιστεύω, όπως σήμερα το βλέπουμε να συμβαίνει με τον πιο καταστρεπτικό για την πατρίδα μας τρόπο.


Πέρα από τη μέγιστη λογοτεχνική του αξία, το συναρπαστικό ποίημα του Σολομού που αργότερα, με την ευκαιρία της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, έγινε ο Εθνικός Ύμνος της πατρίδας μας, είναι, από κάθε άποψη, ένα από τα πιο προοδευτικά ποιητικά έργα που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Ως συνθέτης δε, θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ο Μάντζαρος, ο οποίος είχε δώσει μαθήματα μουσικής στον Σολωμό, ανακάλυψε και έφερε στο φως την εσωτερική μουσική του ποιήματος, όταν το μελοποίησε για τετράφωνη ανδρική χορωδία και πιάνο. Και νιώθω ευτυχής και δικαιωμένος, γιατί εκείνο που έκαναν ο Μάντζαρος με τον Σολωμό ήταν εκείνο που, τόσες γενιές αργότερα, κάναμε με τον Ρίτσο στον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, με τον Ελύτη στο Άξιον Εστί, με τον Σεφέρη στο Μυθιστόρημα...


Μπορεί να φανταστεί κανείς την ελληνική συνείδηση και την ελληνικότητα χωρίς αυτά τα λόγια του Σολωμού για την Ελευθερία να είναι κτήμα όλων των Ελλήνων εδώ και τόσες γενιές; Όχι. Ο Σολωμός και ο Μάντζαρος έβαλαν τη μεγάλη τους σφραγίδα στην έννοια και τη συνείδηση της ελληνικότητας. Η ποίηση και η μουσική, χέρι χέρι, στην πιο μεγάλη τους ώρα, ενέπνευσαν γενιές Ελλήνων να αγωνιστούν, τους έδειξαν και τους άνοιξαν το δρόμο προς την Ελευθερία, όπως πάντοτε συμβαίνει. Και όπως, ασφαλώς, θα τον ανοίξουν και πάλι.

Μίκης Θεοδωράκης

Δεκέμβριος 2013 

* Προλογικό σημείωμα του Μίκη Θεοδωράκη στην έκδοση του ΒΗΜΑΤΟΣ για τον Διονύσιο Σολωμό «Οι ποιητές της Ρωμιοσύνης»